Εs la historian de un amor – Νατάσσα Κεδίκογλου

γατος

      Εs la historian de un amor

 

Με ξύπνησε ο ήλιος που έμπαινε μέσα από τις γρίλιες. Τεντώθηκα και αναστέναξα με ευχαρίστηση. Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο δωμάτιο, οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν του έδιναν μια σχεδόν ονειρική χροιά. Θα μπορούσα να περιγράψω το δωμάτιο αυτό και με κλειστά μάτια! Είχα περάσει τόσο όμορφες στιγμές εκεί μέσα! Από το απαλό ροδακινί χρώμα στους τοίχους μέχρι τα έπιπλα, ξύλινα αλλά καθόλου βαριά, όλα είχαν την σφραγίδα της αγάπης μου. Η αγάπη μου! Γύρισα και κοίταξα το γυναικείο κορμί που αναπαυόταν στο κρεβάτι δίπλα μου• το βλέμμα μου αγκάλιασε τα χυτά της μαλλιά, μακριά και μεταξένια, το όμορφο πρόσωπό της που χαμογελούσε αθώα σαν παιδάκι, το απαλό κορμί της, τα χέρια της που πάντα ήξεραν που να με χαϊδέψουν και κυρίως πότε να σταματήσουν…

 

Πόσο μα πόσο την αγαπούσα! Μακάρι να μπορούσα να βρω τις κατάλληλες λέξεις να της εκφράσω τα όσα ένιωθα για κείνη. Μα η γλώσσα, τόσο πλούσια κατά τα άλλα, έμοιαζε  ανήμπορη να εκφράσει τα συναισθήματά μου, το εύρος της αγάπης μου για κείνη. Ω, θα μπορούσα εύκολα να πέσω και στη φωτιά για χάρη της. Δεν θα χρειαζόταν καν να μου το ζητήσει, αρκεί να το έβλεπα στα μάτια της. Δεν της το  ΄χα πει ποτέ αυτό αλλά ήμουν σίγουρος ότι το ήξερε, έτσι κι αλλιώς. Πάντα συνεννοούμασταν με τα μάτια, πάντα, από την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας.

 

Σκέφτηκα προς στιγμή να την ξυπνήσω με το δικό μου μοναδικό τρόπο, το σήμα κατατεθέν μου, θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά αποφάσισα να μην το κάνω. Ήταν κουρασμένη η αγάπη μου, χθες ήταν μια εξαντλητική μέρα και για τους δυο μας, κι εξ άλλου σε λίγο θα κτυπούσε εκείνο το απαίσιο κατασκεύασμα, το ξυπνητήρι, για την δουλειά. Τότε θα σηκωνόταν αναγκαστικά, έστω και με προσπάθεια. Κάποιος έπρεπε να δουλέψει σ’ αυτό το σπίτι και σίγουρα αυτός ο κάποιος δεν ήμουν εγώ! Βολεύτηκα καλύτερα στην δική μου πλευρά του κρεβατιού και η σκέψη μου γύρισε πίσω στην αρχή αυτού του υπέροχου χρόνου, όταν την πρωτοσυνάντησα.

 

Είναι αλήθεια ότι δεν την πρόσεχες με την πρώτη ματιά. Δεν ήταν αυτό που λέμε εντυπωσιακή, κάθε άλλο. Μάλλον κοντούλα και αρκετά παχουλή για τα ισχύοντα πρότυπα, μπορεί και να μην την πρόσεχες καν, αν δεν τύχαινε να δεις το χαμόγελό της. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα πάνω της• το χαμόγελό της, ζεστό και οικείο με μια υποψία σκανταλιάς κρυμμένη πίσω του, σαν ένα λίγο άτακτο παιδί. Αυτό και τα μάτια της, μεγάλα, ζεστά και φωτεινά, πιστεύω ότι μ’ έκαναν να την ξεχωρίσω. Να ένας καλός άνθρωπος σκέφτηκα όταν την είδα, κάποιος για να εμπιστευτείς και ν’ αράξεις μαζί του• για πόσους θα μπορούσες να το πεις αυτό;

 

Δεν είχα πολύ καιρό που είχα πιάσει δουλείά σε κείνο το καφέ που ερχόταν τα απογεύματα, πότε μόνη πότε με κάποιες φίλες της. Καλά, ας είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν ακριβώς δουλεία, πάντως τουλάχιστον μου εξασφάλιζε στέγη και φαγητό, πράγμα σημαντικό στις μέρες που ζούμε, χωρίς να απαιτεί πολλά από μένα. Εξ άλλου το είπα ήδη, νομίζω, ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα της δουλειάς. Ίσως να είχε κάποιο δίκιο η μάνα μου που ανεπρόκοπο με ανέβαζε, άχρηστο με κατέβαζε.

 

Όχι ότι αυτή ήταν καλύτερη• δεν είχε καμία ιδέα ποιος ήταν ο πατέρας μας (είχα άλλα δύο αδέλφια)• το περισσότερο που μπορούσε να μας πει ήταν ότι ήταν ανάμεσα σε δύο, μεγάλη βοήθεια! Όχι ότι είχαμε γνωρίσει κανέναν από τους δύο αυτούς υποψήφιους, αλλά τέλος πάντων. Αν και εγώ για να είμαι ειλικρινής πάντα πίστευα ότι ήταν περισσότεροι από δύο έτσι κι αλλιώς. Όχι ότι έχουν καμιά σημασία τώρα όλα αυτά αφού μια ωραία πρωία, μάλλον απόγευμα ήταν, αν θυμάμαι καλά, μας εγκατέλειψε κι αυτή οριστικά αυτή τη φορά, για τα μάτια του γόη της γειτονιάς που από καιρό την γυρόφερνε. Δεν θα ξαναγυρίσει με πληροφόρησε η αδερφή μου, όταν γύρισα το βράδυ σπίτι πεινασμένος και κατάκοπος. Τώρα μικρέ ο καθένας μας για τον εαυτό του.

 

Κι έτσι ήταν, για μένα τουλάχιστον. Από τότε έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου και ούτε που με ξαναείδε κανείς στη γειτονιά.

 

Μη ρωτήσετε πως ζούσα, ούτε τι έτρωγα. Τις περισσότερες φορές έκλεβα για να φάω ή έτρωγα ότι έβρισκα ψάχνοντας στα σκουπίδια. Ήταν δύσκολη περίοδος, αλλά ελεύθερη. Δεν έδινα λογαριασμό σε κανέναν  και κανένας δεν με περίμενε.

 

Δεν θα ισχυριστώ βέβαια ότι ζούσα και σαν καλόγερος. Είχα και ΄γω τις περιπέτειές μου αλλά τίποτε ιδιαίτερο. Έτσι για να περνά η ώρα και όσο κρατήσει, αν με καταλαβαίνετε τι εννοώ. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι πολύ πιθανό κάπου στη γη να βρίσκονται και δικοί μου απόγονοι αλλά για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα το θέμα. Γενικά η στάση μου στο θέμα ήταν όπως και η ζωή μου μέχρι τότε, χαλαρή, άνετη και κυρίως ελεύθερη.

 

Μέχρι εκείνη την μέρα που πρόσεξα την Λίλα, την αγάπη μου, σε κείνη την καφετέρια. Είχα κουραστεί από τις ασωτίες και είχα πια αποφασίσει ν’ αράξω. Τα χρόνια περνούσαν, δεν ήμουν πλέον και τόσο νέος. Εκείνη η δουλειά μπορεί να μην ήταν κάτι ιδιαίτερο αλλά σε σχέση με την προηγούμενη ζωή μου ήταν απίστευτα σταθερή• για πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωθα κάποιου είδους ασφάλεια.

 

Θυμάμαι ότι την είχα δει μερικές φορές πριν τολμήσω να την πλησιάσω. Διάλεξα μια μέρα που είχε έρθει μόνη της• ποτέ δεν ξέρεις με τις φίλες των γυναικών, άμα σε πάρουν από την αρχή στραβά, δεν έχεις καμιά ελπίδα. Δεν της μίλησα, κάθισα στην καρέκλα δίπλα της και την κοιτούσα με θαυμασμό, σχεδόν με λατρεία.. Ούτε εκείνη μου μίλησε. Χαμογέλασε μόνο σα να καταλάβαινε και περάσαμε όλο το βράδυ σε μια συντροφική σιωπή.

 

Δεν μ’ έδιωξε πάντως όταν την ακολούθησα μέχρι το σπίτι της. Αντίθετα μου άνοιξε το σπίτι της, την καρδιά της , την αγκαλιά της χωρίς να την νοιάζει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει κανέναν…

 

Ωχ, το αναθεματισμένο το ξυπνητήρι! Πάντα πάνω στο καλύτερο με κόβει. Πόσο θα ήθελα να του δώσω μια να πάει απέναντι…Αλλά δεν νομίζω ότι θα της άρεσε αυτό. Καλύτερα να κάτσω ήσυχος και να κάνω τον κοιμισμένο. Έτσι, όταν σηκωθεί, έχω ελπίδες να μου φτιάξει πρωινό.

 

Να τη, σηκώθηκε. Με λίγο κόπο είναι η αλήθεια και μουρμουρίζοντας, αλλά σηκώθηκε! Τώρα θα πάει στο  μπάνιο να πλυθεί και μετά στην κουζίνα για το πρωινό μας. Τότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή να σηκωθώ κι εγώ.

 

«Ξύπνα υπναρά, μας πλάκωσε το πάπλωμα κι εγώ πρέπει να πάω στη δουλειά», μου είπε γελώντας  και μου πέταξε παιχνιδιάρικα το μαξιλάρι. Έκανα πως δεν άκουσα κι έμεινα ακίνητος, μέχρι να την ακούσω να μπαίνει στο μπάνιο.

 

Τώρα, όμως ήταν ώρα να σηκωθώ• είχα ακούσει όλους τους γνωστούς θορύβους• και τη βρύση να κλείνει και την πόρτα του ψυγείου ν ’ανοίγει και το βραστήρα να μπαίνει σε λειτουργία. Ναι δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν η στιγμή για την θριαμβευτική μου είσοδο.

 

Σηκώθηκα με την γνωστή μου χάρη από το κρεβάτι, πήγα μέχρι την κουζίνα όπου με περίμενε το πρωινό μου έτοιμο, έτσι όπως μου άρεσε  τρίφτηκα στα πόδια της, και νιαούρισα μια -Καλημέρα!.

 

Θα κουνούσα και την ουρά μου αλλά πέθαινα της πείνας. Ας φάω πρώτα, σκέφτηκα, και μετά. Εξ άλλου δεν πρέπει να δίνεις πολύ θάρρος στους ανθρώπους. Πάντα το έλεγε αυτό η μαμά μου!

 

 

Νατάσσα Κεδίκογλου

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος