Το παγκάκι στην πλατεία – Μπονάτσου Αγάπη

Παγκάκι

 

Στάθηκα μπροστά στην εκκλησία. Έκανα τον σταυρό μου ύστερα από καιρό. Δεν μπήκα μέσα να ανάψω κερί. Ήμουν ακόμα θυμωμένος. Είχαν περάσει δύο χρόνια από τότε που έφυγε. Στην κηδεία του ήταν η τελευταία φορά που μπήκα σε εκκλησία. Προχώρησα και στάθηκα κάτω από τα πεύκα που στόλιζαν τον προαύλιο χώρο. Η ζέστη του καλοκαιριού άρχισε  να γίνεται αισθητή πια τις μεσημεριανές ώρες. Στο πλάι του ναού μια μικρή βρύση δρόσιζε τους περαστικούς, αλλά και τους καθημερινούς επισκέπτες της. Δίπλα της στέκονταν δύο παγκάκια ,το ένα απέναντι από το άλλο ,αμίλητοι παρατηρητές, άραγε πόσων ιστοριών. Πλησίασα και κάθισα εκεί που συνήθιζε να κάθεται και ο παππούς μου. Στην άκρη, δίπλα στη βρύση. Στα αριστερά του υπήρχε πάντα μια σακούλα με δυο καρβέλια ψωμί  για τα περιστέρια της πλατείας. 

 ¨Ήταν ψηλός και  όχι πολύ γεροδεμένος άντρας. Τα μαλλιά του ,πλούσια και λευκά  στόλιζαν το πάντα χαμογελαστό πρόσωπό του. Εκείνο ,όμως, που σε κέρδιζε ήταν τα ξεθωριασμένα πια, μα καλοσυνάτα  γαλάζια μάτια του. Δεν έχω συναντήσει ποτέ μου ξανά τέτοια μάτια, όμοια με ανοιχτή αγκαλιά. Τα χέρια του, αλλοιωμένα από ρόζους και κάλλους μα τόσο τρυφερά, τα αποζητούσα συνέχεια σαν παιδί. Για κάποιο λόγο κατάλαβα από πολύ νωρίς ,πως είχαν γίνει έτσι  από σκληρή δουλειά ,νιώθοντας πάντα έναν ανεξήγητο σεβασμό ,παρά το μικρό της ηλικίας μου.

Κάθε πρωί  μαζεύονταν  οι συνομήλικοι του, όλοι από εβδομήντα και πάνω, στα δύο αυτά παγκάκια, αναλύοντας  όλα τα πολιτικά και μη γεγονότα των ημερών. Άλλες φορές τσακώνονταν, άλλες  γελούσαν μέχρι δακρύων και άλλες έμεναν σιωπηλοί να νοσταλγούν ο καθένας τα νιάτα και τη ζωή που πέρασε σαν νερό. Αυτό  γινόταν συνήθως όταν μάθαιναν ότι  ‘’έφυγε ‘’ κάποιος  από την παρέα. Σαν έναν φόρο  τιμής,  κάθονταν αμίλητοι, σφίγγοντας  σφιχτά το μπαστούνι τους  μέχρι να έρθει η ώρα του μεσημεριανού. Χαιρετούσαν  ,σχεδόν ψιθυριστά , και έφευγαν ο καθένας για το σπίτι του.

Έμενε πίσω μόνο ο παππούς μου. Όχι μόνο για να ταΐσει τα περιστέρια. Απέναντι  από την εκκλησία ,ήταν το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς μας. Μία και τέταρτο ,περνούσα προσεχτικά το φανάρι και τον συναντούσα στο παγκάκι. Με φιλούσε στο μέτωπο, μου έδινε το ένα από τα δύο καρβέλια και όσο τάιζα τα περιστέρια ,του έλεγα όσα συναρπαστικά ή βαρετά είχαν συμβεί στο σχολείο. Μόνο όταν έβρεχε με περίμενε έξω ακριβώς από την πόρτα με μια τεράστια μαύρη ομπρέλα. Χωνόμουν από κάτω και χωρίς να βιαζόμαστε καθόλου ,τραβούσαμε για το σπίτι.

Τα Σάββατα με έπαιρνε μαζί του, για να παίξω μπάλα με τους φίλους μου στην πλατεία. Εκείνοι ,όμως, συνήθως έφευγαν νωρίτερα. Τότε καθόμουν κοντά του και άκουγα και εγώ τις ιστορίες τους. Μου έλεγαν πάντα τις αστείες τους για να γελάω. Μόνο μια φορά, την επομένη της κηδείας του καλύτερου φίλου του παππού μου επικρατούσε σιωπή. Εγώ καθόμουν δίπλα του αμίλητος,  κοιτώντας τα κορδόνια των παπουτσιών μου και εγώ δεν ξέρω πόση ώρα. Τα περιστέρια έκοβαν βόλτες  γύρω μας ,ψάχνοντας για κανένα ξεχασμένο ψιχουλάκι.   Μα ο παππούς δεν είχε φέρει ψωμί .Κάποια στιγμή ,σαν να ξύπνησε απότομα από βαθύ ύπνο, γύρισε  προς το μέρος μου, έβγαλε λίγα ψιλά από τη τσέπη του και μου τα έδωσε.

«Άντε να πάρεις λίγο ψωμί και ένα παγωτό για σένα»

«Θα με κατσάδιαζε ,ο Λουκάς, αν έβλεπε ότι τα άφησα ατάιστα. Κανείς δεν πρέπει να πεινάει στις μέρες μας.» ¨Έτσι έλεγε. «Εμείς που περάσαμε Κατοχή το γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την πείνα. » Τότε  ήταν που άρχισαν να λένε ιστορίες για τον πόλεμο. Μα εγώ έφυγα. Μικρό παιδί ήμουν και λαχταρούσα εκείνο το παγωτό. Μακάρι να είχα μείνει. Μακάρι να τις είχα ακούσει.

 

Μπονάτσου Αγάπη

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος