Νέστορας – Το παραμύθι της Μ.Α.N.ΤΙ.Μ.

ΝΕΣΤΟΡ

ΝΕΣΤΟΡΑΣ

ΝΕΣΤΟΡΑΣ

Η μέρα ήταν πολύ ζεστή για Νοέμβρη μήνα. Και παρόλο που έσκαγε, ο Νίκος φορούσε το αγαπημένο του πουλόβερ. Το φορούσε πάντα όποτε ένοιωθε λυπημένος. Του το είχε πλέξει η μητέρα του πριν μερικά Χριστούγεννα όταν μετά το ατύχημα δεν μπορούσε να βγαίνει έξω να παίζει με τους φίλους του. «Αυτό το ξωτικό είναι μαγικό!» του είπε δείχνοντάς του το σχέδιο. «Θα σε βοηθήσει να γίνεις πιο γρήγορα καλά, και σύντομα θα είσαι έξω και θα ρίχνεις χιονόμπαλες στη Νατάσσα». Και πράγματι σύντομα ο Νίκος άρχισε να περπατάει ξανά και η φίλη του ήταν κοντά του όπως πάντα.

«Η Νατάσσα» σκέφτηκε τώρα ο Νίκος «πως θα της το πω;». Ο μπαμπάς το μεσημέρι τους είχε πει για τη νέα του μετάθεση και όλοι είχαν χαρεί εκτός από αυτόν βέβαια.

Προσπαθούσε να σκεφτεί πως θα ήταν η καθημερινότητα του χωρίς τη Νατάσσα. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του έκαναν τα πάντα μαζί. Ακόμα και στην τουαλέτα τον συνόδευε μετά το ατύχημα. Στο σχολείο ο δάσκαλος πάντα τους μάλωνε γι’ αυτό. «Πάλι τουαλέτα; Τι θα γίνει πα με σας;» ρωτούσε εκνευρισμένος. Μετά από λίγο ο Νίκος δεν χρειαζόταν πια βοήθεια στο περπάτημα αλλά το έβρισκαν σαν δικαιολογία για να το σκάσουν λίγο από τη βαρετή παράδοση του μαθήματος. Πιο πολύ όμως θα του έλειπαν τα παιχνίδια που έκαναν στην πίσω αυλή με τη μεγάλη ελιά και το δεντρόσπιτο που έφτιαχναν τους τελευταίους μήνες.

Σε λίγο θα συναντιόντουσαν στο πάρκο και έπρεπε να βρει τρόπο να της το πει.

«Γεια σου Νίκο» άκουσε τη φίλη του να τον χαιρετάει καθώς πλησίαζε. «Η μαμά μου δεν με άφησε να έρθω νωρίτερα. Έπρεπε πρώτα να τακτοποιήσω το δωμάτιό μου. Μα τι έχεις; Φαίνεσαι στεναχωρημένος.»

Εκείνος δεν της απάντησε αμέσως και κλώτσησε τα χαλίκια στο μονοπάτι με θυμό.

«Πρέπει να σου πω κάτι, Νατάσσα. Σε ένα μήνα θα φύγω από αυτήν την πόλη για πάντα.»

«Θέλεις να μου πεις πως από φέτος δεν θα κάνουμε ξανά Χριστούγεννα μαζί;» τον κοίταξε και τα μάτια της είχαν βουρκώσει.

«Μάλλον, δηλαδή σίγουρα, δηλαδή δεν ξέρω… έτσι αποφάσισαν» είπε ο Νίκος κομπιάζοντας.

«Καλά, πότε έγινε αυτό; Μια μέρα δεν συναντηθήκαμε. Προχθές που σε είχα δει ήταν όλα μια χαρά.»

«Σήμερα το έμαθα και εγώ. Και δεν ξέρω καν πόσο μακριά είναι αυτό το Μεσολόγγι.»

«Και το δεντρόσπιτο που φτιάχνουμε στην πίσω αυλή; Θα μείνει στη μέση;»

«Και να το τελειώσουμε δεν προλαβαίνουμε να το χαρούμε» απάντησε ο Νίκος απογοητευμένος.

«Τώρα έπρεπε να έρθουν τα νέα της μετάθεσης τελικά; Τώρα που κάναμε τόσα όνειρα γι’ αυτά τα Χριστούγεννα; Τώρα που μπορείς ξανά να τρέξεις και να σκαρφαλώσεις και να παίξεις…»

«Αφού ξέρεις, ότι έτσι γίνεται πάντα. Κάθε φορά που κανονίζουμε κάτι εμείς τα παιδιά οι μεγάλοι από ζήλια μας το χαλάνε.»

«Και αυτούς δεν τους νοιάζει για τα Χριστούγεννα. Για τους μεγάλους, όλες οι μέρες είναι ίδιες. Έχουν ξεχάσει πως είναι να περιμένεις την παραμονή κάτω από το δέντρο» είπε η Νατάσσα και ξέσπασε σε αναφιλητά. Ο Νίκος βουρκωμένος την πλησίασε και την αγκάλιασε.

Ένας ήχος τους τράβηξε την προσοχή. Γύρισαν και οι δύο προς την κατεύθυνση που ακουγόταν ο ήχος και είδαν τον τρίτο της παρέας που κρατούσαν από όλους κρυφό. Ο Νέστορας είχε πρωτοεμφανιστεί λίγο μετά το ατύχημα. Τα παιδιά είχαν βγει για λίγο στον κήπο του Νίκου ένα ζεστό απόγευμα σαν το σημερινό. Άκουσαν ένα χαρούμενο σφύριγμα και αμέσως μετά είδαν το μικρό παράξενο πλάσμα να ξεπροβάλει από την κουφάλα της μεγάλης ελιάς. «Νέστορας» τους συστήθηκε με μια αστεία υπόκλιση «στις υπηρεσίες σας». Η Νατάσσα κοιτούσε μια τον Νέστορα και μια την εικόνα στο πουλόβερ του Νίκου. Η ομοιότητα ήταν φοβερή! Τους πήρε λίγη ώρα να ξεπεράσουν την αρχική τρομάρα και από κει και πέρα ο Νέστορας έγινε πιστός φίλος στα παιχνίδια και τις σκανταλιές τους. Φορούσε πάντα κάτι τεράστια παπούτσια, που τον δυσκόλευαν φανερά στο περπάτημα. Ο σκούφος του στο χρώμα της χλόης του έπεφτε με κάθε απότομη κίνηση στα μάτια. Το αποτέλεσμα ήταν να χάνει συχνά την ισορροπία του και να πέφτει στα πιο απίθανα μέρη κάνοντας τα παιδιά να σκάνε από τα γέλια. Ένα απόγευμα ο Νίκος και η Νατάσσα αναγκάστηκαν να κλαδέψουν έναν ολόκληρο θάμνο για να τον βγάλουν από μέσα. Και παρόλο που εκείνος είχε τον φόβο μην του κλαδέψουν και κανένα αυτί σφύριζε χαρούμενα όση ώρα κρατούσε η επιχείρηση της διάσωσής του. Αυτό το απόγευμα όμως είχε αλλάξει τον τρόπο που σφύριζε. Είχε κι εκείνος καταλάβει ότι ένας κρίκος της αλυσίδας μπορεί να έσπαγε σύντομα.

«Τι πάθατε; Τι μούτρα είναι αυτά; Δεν σας έχω συνηθίσει έτσι!»

«Τι να πάθουμε;» είπε ο Νίκος αγανακτισμένος. «Πάλι οι μεγάλοι κάνουν τα δικά τους. Πιόνια είμαστε στα χέρια τους, που λέει και ο μπαμπάς μου.» Είχε ακούσει αυτή τη φράση από τον μπαμπά του ένα βράδυ που έβλεπε ειδήσεις και από τότε την επαναλάμβανε όπου και όποτε μπορούσε.

Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακετάκι τσίχλες και κέρασε τους φίλους του. Παρόλο που ο Νέστορας δεν είχε δόντια του άρεσε να μαλακώνει μέσα στο στόμα του την τσίχλα και μετά να κάνει τεράστιες φούσκες. Του έπαιρνε λίγο παραπάνω βέβαια γιατί ήταν φαφούτης, αλλά ήταν όσος χρόνος του χρειαζόταν για να αφήσει τους φίλους του να χαρούν κάνοντας τις δικές τους τεράστιες τσιχλόφουσκες.

Το άρωμα της φράουλας τους έφτιαξε για λίγο το κέφι. Ξεκίνησαν το αγαπημένο τους παιχνίδι… ποιός θα κάνει τη μεγαλύτερη φούσκα. Συνήθως κέρδιζε ο Νίκος, σήμερα όμως δεν ήταν σε μεγάλη φόρμα. Οι φούσκες έσκαγαν στο πρόσωπό του πριν προλάβουν να μεγαλώσουν πολύ κι όταν πια κατάφερε να κάνει μια μεγάλη έσκασε και κόλλησε στο τσουλούφι που του κρεμόταν στο μέτωπο. Η Νατάσσα γέλασε κι τον βοήθησε να τη ξεκολλήσει.

Όταν ο Νέστορας ένοιωσε πως τα δύο παιδιά είχαν ξεχαστεί, ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, πήρε επίσημο ύφος και άρχισε να τους λέει:

«Λοιπόν Κυρία και  Κύριε. Τίποτα δεν χάνεται τόσο εύκολα. Θα αγωνιστούμε και θα κερδίσουμε. Δεν είναι δα και η πρώτη φορά. Ο Νίκος ξέρει πολύ καλά να κερδίζει μάχες.»

«Ναιιιιιιιι!» φώναξαν και τα δύο παιδιά με ενθουσιασμό «Κάτω η τυραννία των μεγάλων! Ζήτω οι μικροί και θαυματουργοί!»

«Σωστά! Ό,τι θέλουμε το καταφέρνουμε» είπε η Νατάσσα. «Θυμάσαι όταν έπρεπε να έρχομαι μαζί σου παντού; Και παρόλο που του δώσαμε το χαρτί του γιατρού, ο δάσκαλος δεν ήθελε να μας αφήσει να πηγαίνουμε στην τουαλέτα μαζί.»

«Χαχαχα …ναι και βέβαια θυμάμαι, τότε που επέμενε να έρθει αυτός μαζί μου κι ο Νέστορας του πέταξε από ψηλά τη σκόνη του κι εγώ γύρισα ξαφνικά και κατούρησα το παπούτσι του. Χαχα… και από τότε δεν τόλμησε να μας εμποδίσει ξανά.»

«Είδες; Με τη βοήθεια του Νέστορα τα καταφέραμε» είπε η Νατάσσα και ο Νέστορας πετάχτηκε φωνάζοντας… «Όλοι Μαζί – Όλοι Καλά». Τα παιδιά χειροκρότησαν με ενθουσιασμό!

«Ναι αλλά τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά» είπε η Νατάσσα στον Νίκο «Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν δάσκαλο αλλά με τους γονείς σου και τον διευθυντή του πατέρα σου. Κι αν δεν τα καταφέρουμε; Κι αν φύγεις; Με ποιόν θα μείνει ο Νέστορας; Ο κήπος σου ήταν το κατάλληλο μέρος γι’ αυτόν…»

«Άντε πάλι! Αν και αν…» τη διέκοψε ο Νέστορας.
«Ξεχάσατε ότι μπορώ να τρυπώσω παντού και να αλλάξω πράγματα που κάνουν οι μεγάλοι και στεναχωρούν τα παιδιά;»

«Δηλαδή;» ρώτησαν ταυτόχρονα η Νατάσσα και ο Νίκος, «τι σκέφτεσαι να κάνεις;»

«Ο μπαμπάς μου περίμενε πολύ καιρό αυτή τη μετάθεση και είναι πολύ χαρούμενος. Το ίδιο και η μαμά. Μόνο εγώ δεν χάρηκα. Δεν θέλω όμως να χαλάσω τη δική τους χαρά. Μήπως είναι καλύτερα να το πάρουμε απόφαση; Θα έρχομαι να σας βλέπω, θα βρούμε μια λύση και για σένα Νέστορα.»

«Ποιός είπε πως θα στενοχωρηθούν; Απλώς θα αλλάξουν γνώμη και θα πάψουν να τη θέλουν αυτή τη μετάθεση γιατί ο διευθυντής του μπαμπά σου θα καταλάβει πόσο πολύτιμος είναι εδώ που είναι. Από την πολλή στενοχώρια ξεχάσατε μάλλον τη σούπερ σπέσιαλ μαγική μου σκόνη που κάνει τους μεγάλους να σκέφτονται σαν παιδιά. Δηλαδή σωστά. Αν εσείς είστε τα πιόνια, εγώ είμαι ο Αξιωματικός και με τη σκόνη μου πάω κατευθείαν για Ρουά Ματ.»

«Πω Πω!» είπε ο Νίκος. «Κάτι τέτοια λες και νοιώθω τόσο τυχερός που είσαι ο καλύτερός μου φίλος.»

«Και εγώ;» ρώτησε η Νατάσσα παραπονιάρικα.

«Έλα μη ζηλεύεις! Είπα φίλος, όχι φίλη! Εσύ είσαι η κολλητή μου.»

«Τώρα πηγαίνετε σπίτια σας και αύριο το μεσημέρι την ίδια ώρα ραντεβού εδώ!» είπε ο Νέστορας κι χάθηκε με έναν θεαματικό πήδο πίσω από τους θάμνους.

Την επόμενη μέρα μετά το μεσημεριανό ο Νίκος ετοιμαζόταν να συναντήσει τη Νατάσσα και τον Νέστορα ανήσυχος για το τι μπορεί να είχε γίνει. Οι γονείς του στο τραπέζι για πρώτη φορά μετά από καιρό έτρωγαν και γελούσαν και σχεδόν έπαιζαν με το φαγητό τους. «Είναι τόσο χαρούμενοι που φεύγουμε» σκέφτηκε λυπημένος. Πηγαίνοντας στην πόρτα είδε μερικές κλειστές κούτες.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε ξαφνιασμένος

«Θα σου πούμε το βράδυ» είπε ο μπαμπάς του γελώντας. «Η Νατάσσα θα ανησυχήσει αν αργήσεις.»

«Δεν πειράζει για την Νατάσσα, δεν θα την νοιάξει αν αργήσω πέντε λεπτά. Ξεκινήσαμε κιόλας το πακετάρισμα;» επέμεινε ο Νίκος.

« Άντε να σου πούμε, μας έσκασες» είπε η μαμά. «Μας ήρθε λίγο νωρίτερα το Χριστουγεννιάτικο δώρο από την υπηρεσία του μπαμπά σου. Αναγνώρισαν φαίνεται τη δουλειά του και του προσφέρουν την προαγωγή του επιτέλους! Έτσι δεν θα χρειαστεί να μετακομίσουμε! Οι κούτες έχουν τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Οπότε φέρε την Νατάσσα από εδώ και αρχίστε να στολίζετε το δέντρο. Θα έχουμε πολλά δώρα να βάλουμε από κάτω φέτος!»

«Ζήτωωωωω! Ζήτωωωω!» άρχισε να φωνάζει χοροπηδώντας σαν Ινδιάνος και όσο του επέτρεπε το ασθενικό του ακόμη ποδαράκι.

Άνοιξε την πόρτα και έφυγε σφαίρα για να συναντήσει τους φίλους του. «Και βγάλε επιτέλους αυτό το πουλόβερ. Θα σκάσεις!» φώναξε η μαμά του πίσω από την κλειστή πόρτα.

«Ο Νέστορας! Όπως το είπε το έκανε!» σκέφτηκε ο Νίκος. Εκείνο το απόγευμα όμως ο Νέστορας δεν εμφανίστηκε. Αφού τον περίμεναν μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει, αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτι για να στολίσουν το δέντρο.

«Κοίτα κοίτα!» είπε η Νατάσσα στον Νίκο μόλις πέρασαν την αυλόπορτα. «Το δεντρόσπιτό μας. Είναι έτοιμο. Ποιος το τέλειωσε; Ο μπαμπάς σου;»

«Δεν ξέρω» της απάντησε ο Νίκος «πάμε να δούμε».

Ανέβηκαν γρήγορα τη σκάλα και βρέθηκαν στο ονειρεμένο τους δεντρόσπιτο. Ήταν ακριβώς όπως το είχαν σχεδιάσει. Και μέσα φωτάκια και γιρλάντες και μπαλόνια κι ένα σημείωμα κρεμασμένο στον τοίχο.

«Αγαπημένοι μου φίλοι. Αυτό είναι το δικό μου δώρο για τα Χριστούγεννα. Να είστε πάντα αγαπημένοι και να μην χάνετε ποτέ την πίστη στη δύναμή σας. Πρέπει τώρα να πάω κάπου αλλού που με χρειάζονται. Να θυμάστε όμως, θα είμαι πάντα κάπου εδώ κοντά και θα σας νοιάζομαι. Αντίο. Νέστορα.»

Τα παιδιά έμειναν για ώρα αμίλητα διαβάζοντας ξανά και ξανά το γράμμα του φίλου τους μέχρι που ακούστηκε η φωνή της μαμάς του Νίκου που τους καλούσε να στολίσουν επιτέλους το δέντρο. Έφαγαν ανόρεχτα λίγο από το αχνιστό κέικ της μαμάς και ξεκίνησαν αμίλητοι να βγάζουν τα στολίδια από την κούτα.  

«Καινούργιο στολίδι είναι αυτό;» Ο Νίκος κοίταξε εκεί που του έδειχνε η Νατάσσα και είδε τον Νέστορα να του χαμογελάει μέσα από τη γυαλιστερή μπάλα.

«Ευχαριστούμε» είπαν τα δύο παιδιά και για μια στιγμή τους φάνηκε πως τους έκλεισε πονηρά το μάτι!

Ένα παραμύθι από τη ΜΑΝΤΙΜ      Ιούλιος 2016
Μια ομάδα από πέντε κορίτσια φράση – φράση σκαρώσαμε αυτό το παραμύθι, ανάμεσα σε πολλά γλυκά, (ένα ζαχαροπλαστείο τσακίσαμε) πολλά γέλια και συγκίνηση!

Μ – Μαρία Γαλάνη
Α – Αγάπη Μπονάτσου
Ν – Νατάσα Κεδίκογλου
ΤΙ – Τίνα Κωτσιοπούλου
Μ – Μαριαλένα Δισακιά

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος