Κανείς δε βαριέται, όλα είναι βαρετά. – Μτφρ. Κατερίνα Δήμτσα

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιουργική μου μετάφραση στο άρθρο του Mark Fisher «Νo one is bored, everything is boring» . Το άρθρο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «k-punk: The Collected and Unpublished Writings» του Mark Fisher (2004 – 2016)

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και προκλητικά άρθρα γύρω από την πολιτική και την «κουλτούρα» μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το «Είμαστε όλοι πολύ αγχωμένοι»* του Ινστιτούτου των Αβέβαιων Συνειδήσεων / Ι.Α.Σ (Institute of Precarious Consciousness). Αυτό το άρθρο υποστηρίζει πως η βασική προβληματική επίδραση που αντιμετωπίζει στις μέρες μας ο καπιταλισμός είναι το Άγχος. Σε μια προηγούμενη φορντιστική εποχή**, δεσπόζουσα αντιδραστική επίπτωση, μπορούμε να θεωρήσουμε αντίστοιχα τη Βαρεμάρα. H επαναλαμβανόμενη εργασία στις γραμμές παραγωγής γεννούσε τη βαρεμάρα, που ήταν ταυτόχρονα η κεντρική μορφή υποδούλωσης του φορντισμού, και ταυτόχρονα η πηγή μια νέας αντιθετικής πολιτικής. Ήταν οι νεοφιλελεύθεροι, οι οποίοι φρόντισαν να απορροφήσουν και να εργαλειοποιήσουν αυτή την κριτική της βαρεμάρας. Έτσι, γρήγορα κινούμενοι συσχέτισαν τα φορντιστικά εργοστάσια και τη σταθερότητα και την ασφάλεια της σοσιαλ-δημοκρατίας με το βαρετό, την προβλεψιμότητα και την ιεραρχικότητα. Στην θέση αυτών, οι νεοφιλελεύθεροι προσέφεραν τον ενθουσιασμό και τη μη-προβλεψιμότητα – ωστόσο, η άλλη όψη των νέων και ρευστών αυτών συνθηκών είναι το διαρκές άγχος. Το άγχος είναι η συναισθηματική κατάσταση η οποία συσχετίζεται με την (οικονομική, κοινωνική, υπαρξιακή) ανασφάλεια την οποία οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις έχουν κανονικοποιήσει.

Το Ι.Α.Σ. σωστά παρατηρεί ότι εξίσου μεγάλο κομμάτι των αντι-καπιταλιστικών πολιτικών βασίζεται σε στρατηγικές και προοπτικές που διαμορφώθηκαν σε μια περίοδο πάλης ενάντια στη βαρεμάρα. Κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε ότι ο καπιταλισμός έχει λύσει επαρκώς το πρόβλημα της βαρεμάρας. Η νεοφιλελεύθερη κουλτούρα έχει προσωποποιήσει την κατάθλιψη και το άγχος. Ή πιο συγκεκριμένα, πολλές περιπτώσεις κατάθλιψης και άγχους είναι οι επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης επιτυχούς τάσης να ιδιωτικοποιεί το στρες, να μεταφράζει τις επιμέρους πολιτικές σε ιατρικά συμπτώματα.
Την ίδια στιγμή πιστεύω ότι το επιχείρημα γύρω από τη βαρεμάρα πρέπει κάπως να διαφοροποιηθεί. Είναι σίγουρα αλήθεια ότι κανείς μπορεί να αισθανθεί σχεδόν νοσταλγικά για τη βαρεμάρα. Το ανιαρό κενό της Κυριακής, οι νυχτερινές ώρες όταν η τηλεόραση σταματά να εκπέμπει, ακόμα και τα ατελείωτα αργόσυρτα λεπτά όπου κάποιος περιμένει σε ουρές ή τη συγκοινωνία: για κάθε άτομο που έχει smartphone, αυτός ο κενός χρόνος έχει αποτελεσματικά εξαφανιστεί. Εντός του έντονου, εικοσιτετράωρου και εβδομαδιαίου, περιβάλλοντος του καπιταλιστικού κυβερνοχώρου, ο εγκέφαλος δεν επιτρέπεται πια να αδρανεί, αντιθέτως, είναι κατακλυσμένος με μια αέναη ροή από χαμηλής ποιότητας ερεθίσματα.

Παρ’ όλα αυτά η βαρεμάρα ήταν αμφιλεγόμενη, δεν ήταν απλά ένα αρνητικό συναίσθημα που κάποιος ήθελε να ξεφορτωθεί. Για το πανκ, η ελευθερία κινήσεων της βαρεμάρας ήταν μια πρόκληση, μια προσταγή και μια ευκαιρία: αν βαριόμαστε, τότε είναι που μπορούμε να παράγουμε κάτι για να γεμίσει ο κενός χώρος. Μολαταύτα, είναι γύρω από αυτό το αίτημα της συμμετοχής ο χώρος όπου ο καπιταλισμός ουδετεροποίησε τη βαρεμάρα. Τώρα, αντί να μας επιβάλλουν ένα κατευναστικό θέαμα, οι καπιταλιστικές εταιρίες παρεκκλίνουν από τις συνήθεις τακτικές τους στην προσπάθειά τους να μας προσκαλέσουν να αλληλεπιδράσουμε, να παράγουμε το δικό μας περιεχόμενο, να λάβουμε μέρος στη συζήτηση. Δεν υπάρχει πια ούτε δικαιολογία, ούτε ευκαιρία για να βαρεθεί κανείς.

Αν όμως η σύγχρονη μορφή του καπιταλισμού έχει εξαλείψει τη βαρεμάρα, σίγουρα δεν έχει νικήσει το βαρετό. Το αντίθετο – θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει ότι το βαρετό είναι πανταχού παρόν. Η πλειοψηφία μας, έχει εγκαταλείψει κάθε προσδοκία να την εκπλήξει ο πολιτισμός – και αυτό ισχύει τόσο για την «πειραματική» κουλτούρα, όσο και για την ποπ κουλτούρα. Είτε πρόκειται για μουσικές που ακούγονται σαν να έχουν παραχθεί είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια πριν, τα μπλοκ-μπάστερς του Χόλυγουντ που ανακυκλώνουν και επανεκκινούν θεματικές, χαρακτήρες και μοτίβα που έχουν εξαντληθεί εδώ και καιρό, είτε για τις κουρασμένες χειρονομίες αυτού που καλείται σύγχρονη τέχνη, συναντάμε το βαρετό κατ’εξακολούθηση. Βιώνουμε τη συνθήκη όπου κανείς δεν βαριέται – γιατί δεν υπάρχει πια κάποιο υποκείμενο ικανό να βαρεθεί. Η βαρεμάρα πλέον φαντάζει σαν να καταναλώνει την ύπαρξή μας, νιώθουμε πως δε θα της διαφύγουμε ποτέ.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό συναίσθημα της εποχής μας είναι μια μίξη βαρεμάρας και παρόρμησης. Ακόμα και αν αναγνωρίζουμε ότι μας φαίνονται ανιαρά, νιώθουμε αναγκασμένοι να κάνουμε ακόμα ένα κουίζ στο Fb, να διαβάσουμε μια ακόμα λίστα στο Buzzfeed, να κλικάρουμε ένα ακόμα κουτσομπολιό για κάποιον διάσημο για τον οποίο δεν ενδιαφερόμαστε καν. Κινούμαστε ασταμάτητα ανάμεσα στο βαρετό, αλλά τα νευρικά μας συστήματα είναι τόσο υπερδιεγερμένα που δεν έχουμε καν την πολυτέλεια να αισθανθούμε βαρεμάρα.
Κανείς δεν βαριέται, όλα είναι βαρετά.

*»We Are All Very Anxious»- Institute for Precarious Consciousness : https://www.weareplanc.org/blog/we-are-all-very-anxious/

** Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δυτικές κοινωνίες εισάγονται σε ένα νέο στάδιο εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή τον λεγόμενο οργανωμένο καπιταλισμό ή φορντισμό. Ο φορντισμός είναι μια θεωρία βιομηχανικής οργάνωσης και πρακτικής που αποβλέπει στην αύξηση τής παραγωγικότητας μέσω τής τυποποίησης των προϊόντων αλλά και τής υιοθέτησης νέων μορφών οργάνωσης τής παραγωγικής εργασίας.

Σχετικά με τον συγγραφέα: Ο Mark Fisher (11 Ιουλίου 1968 – 13 Ιανουαρίου 2017), επίσης γνωστός ως k-punk, ήταν Βρετανός συγγραφέας, κριτικός, πολιτιστικός θεωρητικός και καθηγητής με έδρα το Τμήμα Οπτικών Καλλιτεχνικών στο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Αρχικά κέρδισε την αναγνώριση ως blogger τ «k-punk» στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ήταν γνωστός για τη συγγραφή του σχετικά με τη ριζοσπαστική πολιτική, τη μουσική και τη λαϊκή κουλτούρα.Ο Fisher δημοσίευσε πολλά βιβλία, συμπεριλαμβανομένης της απροσδόκητης επιτυχίας «Καπιταλιστικός ρεαλισμός: Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση;» (2009) και συνέβαλε σε δημοσιεύσεις όπως το The Wire, Fact, New Statesman and Sight & Sound. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2017, λίγο πριν από τη δημοσίευση του τελευταίου του βιβλίου The Weird and the Eerie (2017).

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος