Κάτι ταλαίπωρες γριές – Πάνος Σταθόγιαννης

Ταλαιπωρες γριες

ΚΑΤΙ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΣ ΓΡΙΕΣ…

Όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια, πολύ πρωί, χαράματα, με μια βροχή βαθυκύανη κι αυστηρή να μαστιγώνει το τζάμι (αλλά κι αργότερα – εννιά η ώρα, δέκα…), στριμώχνομαι στο λεωφορείο της γραμμής με εκείνες τις ταλαίπωρες γριές, που άνθρωπος κανείς δεν τις φωνάζει ‘‘μάνα‘‘ ή ‘‘γιαγιά‘‘. Και όχι μόνο στα λεωφορεία οποιασδήποτε γραμμής, αλλά και όπου αλλού μπορεί να βάλει ο νους σας. Στις εισόδους των υπουργείων να σφουγγαρίζουν τις σκάλες και να τις λυπάται η ψυχή σου. Στα φαρμακεία με κάτι τσαλακωμένα βιβλιάρια του ΙΚΑ, να τα κρατούν εδώ μπροστά και με τα δυο χεράκια τους – κάτι χεράκια όλο πετσιά και στίγματα, σαν να έσβηναν στα νιάτα τους τσιγάρα εκεί άντρες βαριοί κι ασήκωτοι, που λίγο ακόμη και θα το γυρνούσαν στο νταβατζιλίκι. Στα πάρκα να ταΐζουν περιστέρια, καθισμένες άκρη-άκρη στο παγκάκι, ολομόναχες, και πίσω τους ο ουρανός να μελανιάζει από την πίκρα μιας ψυχής φαρμακωμένης. Γιατί ετούτη η ζωή, από την αρχή της κιόλας (από τότε που βγήκαν στο μεροκάματο, δεκαπεντάχρονα μοδιστράκια και κομμωτριούλες), όλο βάσανα ήτανε και στεναχώριες. Δε λέει και να τελειώσει, η άτιμη…
Έπιασα κάποτε και τις ιδέες που με τις καθαρές και ξάστερες κουβέντες τους θέλησαν να μου εμφυσήσουν. Γιατί εκεί, στο λεωφορείο της γραμμής, έτυχε αμέτρητες φορές να με αποκλείσουν με τα μαύρα πανωφόρια τους από παντού κι ύστερα έπιασαν να μιλάνε τα δικά τους δυνατά, να τις ακούω με το ζόρι.
Έλεγε η μία: «Τού ’κοψα ενάμισο ευρώ απ’ τη τιμή. Ασ’ το καλύτερα, του λέω, είμαι φτωχιά γυναίκα με μια σύνταξη. Και να ’θελα να δώσω παραπάνω – δεν έχω. Αλλά και είκοσι ευρώ για ένα σκατό, που θα το κάνει η εγγονούλα μου κουρέλια σε δυο μέρες, πολλά μου φαίνονται!» Και επεδείκνυε στις άλλες γηραιές κυρίες τριγύρω και σ’ εμένα ένα αρκούδι χνουδωτό, ΜADE IN HONG-KONG ή κάτι τέτοιο.
Έλεγε η άλλη: «Αχ, μαύρα μάτια θα κάνουμε μέχρι να ξαναδούμε το λεβέντη μας, τώρα που τον επλάνεψε ετούτη η ξωτικιά και θα τον δέσει στο βρακί της εκεί στα ξένα…». Ύστερα έβγαζε ένα μαντήλι από την τσάντα της και σφούγγιζε την ξηρασία των ματιών της.
Έλεγε η τρίτη (μία πονήρω, μια καμπουρίτσα, μία πονετική χωριάτα): «Θα βοηθήσουμε κι εμείς όσο μπορούμε. Εγώ είμαι έτοιμη να πάω να καθαρίσω τον υπουργό! Κι όταν αργότερα με σπρώξουν στον Καιάδα, θα δοκιμάσω τι μπορούν να κάνουν και τι δεν μπορούν ετούτα τα ρημαδιασμένα φτερά, που ακόμη και οι ψείρες των πουλιών περιφρονούν… » Κι έκανε έτσι το παλτό της για να δω (εκεί που ξύλιαζε δεμένη με επιδέσμους η αριστερή της φτερούγα μαδημένη) τη δερμάτινη θήκη με το Μάγκνουμ.
«Έτσι θα γίνουν και τα κορίτσια που αγαπάμε και τα θέλουμε γυναίκες μας, όταν γεράσουν κάποτε και μείνουν μόνα τους», λέω από μέσα μου και ένα πράμα ανεξήγητο (σαν μεγάλη μπουκιά, άλλοτε αλμυρή κι άλλοτε λουκούμι) μου φράζει το λαιμό.
Κρατούνε όλες τους τσαντούλες πλαστικές με στάμπες διαφημιστικές επάνω. Διαβάζεις αίφνης ‘‘PITSA HUT‘‘ σ’ αυτές τις τσάντες τους, ‘‘ARTISTI ITALIANI‘‘, ‘‘ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ‘‘, και μερικές φορές κάτι ακόμη πιο σκληρό – ‘‘ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ‘‘.

***

Κατέβηκαν φουριόζες οι περισσότερες στη στάση έξω από το Ιπποκράτειο. Μονάχα τρεις μείνανε πίσω, ως το τέρμα. Βρήκαν θεσούλα κι έκατσαν, κοιτάζοντας αμίλητες έξω απ’ το τζάμι. Ύστερα συνεχίσαν με το τρόλεϊ για πέντε στάσεις στη σειρά ακόμη. Στην πλαστική τσαντούλα της μιανής το πώμα κάποιου μπουκαλιού θα πρέπει να ’χε χαλαρώσει, γιατί έσταζε λαδάκι ανάμεσα στα πόδια της.

 

Πάνος Σταθόγιαννης

 

 

Ο Πάνος Σταθόγιαννης γεννήθηκε στα Λευκάκια Ναυπλίου το 1959. Σπούδασε Δημοσιογραφία και έκανε μεταπτυχιακά πάνω σε ζητήματα Κοινωνιολογίας της Μαζικής Επικοινωνίας. Έγραψε ποιήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια και ντοκιμαντέρ και στίχους για τραγούδια. Μετέφρασε Σλάβους -κυρίως- συγγραφείς. Πεζά και ποιητικά κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, σουηδικά, ρωσικά, βουλγαρικά, λιθουανικά και αραβικά. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Και μια φράση που αγαπά :
Μην απελπίζεστε. Να λέτε – »Για ον που κατάγεται από πιθήκους, μια χαρά τα καταφέρνω». Εγώ πάω ακόμα πιο πίσω – στα νερά…

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος