Ιστορία για κρεμμύδια, κλάματα και τρένα – Κατερίνα Δήμτσα

Οποτε καθαρίζω κρεμμύδια, λέωαπό μέσα μου– «αυτή τη φορά δε θα καταλάβω τίποτα«, το ίδιο λέω και για τα δακρυγόνα και τον έρωτα κάθε φορά.

Οποτε καθαρίζω κρεμμύδια κλαίωφανερά-, όπως συμβαίνει με τα δακρυγόνα και τον έρωτα.

Οποτε καθαρίζω κρεμμύδια τα τρία πρώτα δευτερόλεπτα τα κρεμμύδια γίνονται δακρυγόνα, δεν μπορώ να ανασάνω, κοιτώ να βρω τους υπόλοιπους και από πού μας την πέφτουν οι μπάτσοι. Τρία δευτερόλεπτα μετά είμαι μόνη μου στην κουζίνα γιατί είναι βαθιές οι πληγές που αφήνει ο έρωτας.

Στο τρένο, ώρα αιχμής και κλαίω .Βαγόνι την ώρα που οι άνθρωποι σχολάνε και διαχύουν στον αέρα εκείνη την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά της εργασίας που έχει μόλις τελειώσει. Τρένο με παράθυρα που βάζουν τον ήλιο μέσα, ενώ δακρύζω, αρκετά στριμωγμένα με το κεφάλι στραμμένο στο τελείωμα του παπουτσιού, μην τυχόν και τα δάκρυά μου αναταράξουν την ευθυμία της στιγμής. Λόγω αυτού είδα ένα κοριτσάκι μικρό, που σίγουρα δεν είχε καμία ιδέα από ωράρια, ελεύθερο προς το παρόν από σχολεία και ασκήσεις για το σπίτι.

Πριν μπει στο βαγόνι, τα μάγουλα ήδη υγρά και τα μάτια πρησμένα με εκείνον τον ξεχωριστό τρόπο που το δάκρυ στέκεται στις βλεφαρίδες των μικρών παιδιών, όπως οι σταγόνες βροχής στα χορτάρια. Τυλιγμένα τα χέρια γύρω από ο πόδι της μαμάς, η οποία εμφανώς σαστισμένη με το βλέμμα μου, μιας τυχαίας κάποιας που τίποτα δεν μπορεί να κάνει για να βρεθεί έξοδος κινδύνου από την άβολη κατάσταση.

Η μητέρα χαϊδεύει το κεφάλι του κοριτσιού και ψιθυρίζει γλυκόλογα, εκείνο παίρνει ανάσα και ηρεμεί κι εγώ κλαίω -φανερά- πλέον περισσότερο, μα τώρα για τη μικρή, επειδή κλαίει μπροστά μου ένα παιδί, δεν έχω ούτε ένα γλυκό πάνω μου να του δώσω. Κλαίω γιατί όσα δάκρυα κι αν χύσω -πλέον μεγάλη- κανένα δε θα κάτσει πάνω στις βλεφαρίδες μου τόσο χαριτωμένα και γιατί λέει δεν πρέπει να κλαίμε, πόσο μάλλον μπροστά σε κόσμο. Κλαίω κυρίως για να ρουφήξω το δάκρυ του κοριτσιού και να το κάνω δικό μου. Κι επειδή δεν υπάρχει κανένας στο βαγόνι που να θελήσει να πάρει το δικό μου κλάμα, έτσι όλα τα δάκρυα του κόσμου πρέπει να μπουν μέσα μου και να βγουν από τα δικά μου μάτια. Και κλαίω για ένα άλλο παιδί που τρανταζόταν από τους λυγμούς και κόντευε να γίνει μπλε κάποια μέρα σε μια παραλία ακόμα κι αν ήταν εξίσου άγνωστο κι όμως ήταν παιδί κι άρα δικό μας. Και γιατί κάπου θα κλαίει κι ένα τρίτο παιδί, που δε θα δω ποτέ το πρόσωπό του, που δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, αλλά είναι ένα παιδί που κλαίει.

Το κορίτσι ανασαίνει, σχεδόν χαμογελά. Η μαμά ρωτάει «εντάξει τώρα;» Μια παιδική φωνούλα από ένα στόμα στεγνωμένο από τους λυγμούς απαντά «Μα η Καλλιθέα έχει θάλασσα και πρέπει να είναι στην μπλέ γραμμή. Την έχω δει τη θάλασσα.»

Σαστισμένη κοιτάζω τη μαμά που έχει από ώρα παρατηρήσει πως είμαι και ‘γω δακρυσμένη και ότι από ώρα κοιτάω τη μικρή και γνέφει συγκαταβατικά με το βλέμμα του: «ναι, γι’ αυτό δεν μπορεί να ηρεμήσει, γι’ αυτό με κάνει και ντρέπομαι, γι’ αυτό ενοχλείται ο κύριος δίπλα, γι’ αυτό κλαις κι εσύ, επειδή η Καλλιθέα είναι στη πράσινη γραμμή κι όχι στη μπλε».

Κατέβηκα από το τρένο και αφέθηκα να κλαίω με λυγμούς, όχι πια για το κοριτσάκι, ούτε για τα κρεμμύδια που θα έχω να κόβω ξανά και ξανά, ούτε για όλους τους λόγος του κόσμου, παρά μόνο για έναν: Πόσο εγωιστικά είναι τα κλάματά μας τώρα που γίναμε μεγάλοι;

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος