Η φωτιά – Μέμη Καρυώτου

Η φωτιά

Η φωτιά

Έπαιζε μαζί μου, όπως η γάτα με το ποντίκι, μήνες τώρα…. Μια στο καρφί και μια στο πέταλο. Δε μου είχε πει το ναι, δεν έλεγε και όχι. Τα μάτια της, δυο κατάμαυρες ελίτσες, που πετούσαν σπίθες ολόισια στα δικά μου και με ζεμάτιζαν! Τα χείλη της, άγουρο κεράσι, που κανείς δεν είχε τολμήσει να αγγίξει, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα τότε…ένα άγουρο φρούτο ολόκληρη, με ευωδιά που σε έστελνε στον Παράδεισο, κι ύστερα, μεμιάς σε πετούσε πίσω στα καζάνια της κόλασης, να καίγεσαι, να καίγεσαι, να καίγεσαι, δίχως αναπαμό….
Ο κύριος Φιλιόπουλος, ο δικηγόρος μου, με κοίταζε προβληματισμένος, τρίβοντας απαλά τους γκρίζους κροτάφους του, έτσι καθώς στήριζε το σγουρόμαλλο κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια. Κάποια ημικρανία τον τριγύριζε…ήπιε ένα παυσίπονο ενδιάμεσα αλλά τίποτα…. Γνώριζα καλά τα συμπτώματα, αφού κι εγώ υπέφερα συχνά…Τι άραγε να την είχε πυροδοτήσει; Ο φόρτος της δουλειάς του, ή μήπως εγώ; Εγώ; Μα γιατί εγώ;
Σκέφτηκα να ρωτήσω: « Αγαπητέ μου δικηγόρε, τι είναι αυτό που σε έχει αναστατώσει τόσο; Πρώτη φορά βλέπετε ερωτευμένο άνθρωπο; Εσείς, αν μου επιτρέπετε, δεν ερωτευτήκατε ποτέ; Με χάζευε αποσβολωμένος, με στόμα ορθάνοιχτο, θαρρείς και του είχα πει, πως ένας μετεωρίτης μόλις έκαψε το σπίτι του! Προφανώς δε γνώριζε τη λέξη έρωτας….
«Αργύρη, καταλαβαίνεις τι έχεις κάνει;» μου σφύριξε με χαμηλή, οργισμένη φωνή.
«Αγαπητέ μου κ. Φιλιόπουλε, πως φαίνεται πως δε γνωρίζετε τι σημαίνει έρωτας και πάθος… πολύ λυπηρό στην ηλικία σας…» του απάντησα.
«Έρωτα;» τα μαύρα μάτια του είχαν βγει έξω από τις κόγχες τους και τα λεπτά μυωπικά γυαλάκια του είχαν πέσει χαμηλά στη μύτη. «Έρωτα;» επανέλαβε, «τολμάς να μιλάς εσύ για έρωτα;». Ήταν φανερό, είχα κάνει λάθος στην επιλογή δικηγόρου.
«Μην εξάπτεστε κ.Φιλιόπουλε, μπορείτε να παραιτηθείτε. Θα ζητήσω την αντικατάστασή σας» του είπα απόλυτα ήρεμος.
Πετάχτηκε όρθιος κι άρχισε να ουρλιάζει, εκτός εαυτού. Είναι πραγματικά απορίας άξιο, πώς κάποιοι άνθρωποι χάνουν την αυτοκυριαρχία τους και ευτελίζουν τον εαυτό τους…
«Και ποιος νομίζεις ότι θα σε αναλάβει; Είσαι καταδικασμένος ρε! Παλεύω να σου βρω ελαφρυντικά, πανάθεμά σε, δε βοηθάς. Ούτε που μετανιώνεις, ούτε που συνειδητοποιείς τη θέση που βρίσκεσαι!»
Είχα συνειδητοποιήσει απόλυτα τη θέση που βρισκόμουν, κάπου ανάμεσα σε φυλακή και ψυχιατρείο. Όσο για το άλλο, γιατί άραγε να μετανοιώσει κάποιος που δοκίμασε την υπέρτατη ηδονή, την κορύφωση του έρωτα, το νέκταρ της ζωής!
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Την Ελεάννα, το άγουρο φρούτο που σας έλεγα, τη γνώρισα πριν από έξι μήνες και 3 μέρες, στο Κατάστημα της Τράπεζας που εργάζομαι, ή καλύτερα, που εργαζόμουν. Ήρθε μαζί με ένα τσούρμο νεοσύλλεκτους κι εγώ, ως Προϊστάμενος, είχα εντολή από το Διευθυντή να τους καλωσορίσω και να τους κατατοπίσω για τα καθήκοντά τους.
«Κύριε Αργύρη» μου είχε πει, «τοποθετείστε τους καινούργιους ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υπηρεσίας και κρατείστε κι εσείς όποιον νομίζετε.
Δε χρειάζεται φίλοι μου να σας πω ποιόν κράτησα… Έτρεμε σαν το σπουργιτάκι πάνω στο χιόνι, οι μαύρες ελίτσες ανεβοκατέβαιναν αδιάκοπα, από μένα, στα λευκά μάρμαρα του δαπέδου, κι ύστερα πάλι σε μένα. Πρώτη της δουλειά…πρώτη μέρα…. Δάγκωνε νευρικά το κάτω χείλος της, τόσο ροδοκόκκινο, τόσο ζουμερό, τόσο καλοσχηματισμένο, που ένοιωσα τη λαχτάρα να ορμίσω απάνω του, να φάω και να πιω, ώσπου να χορτάσω, να ζαλιστώ και να μεθύσω, κι ύστερα να σωριαστώ στα μάρμαρα, νεκρός κι ευτυχής!
Οι νεοπροσληφθέντες μου έκαναν ερωτήσεις, δεν άκουγα τι έλεγαν, ένα βουητό από μέλισσες οι φωνές τους γύρω μου, και το στόμα μου, να ανοιγοκλείνει δίχως να μιλά…σίγουρα με πέρασαν για ηλίθιο τη μέρα εκείνη, όλοι τους, κι αυτή!
«Που να καθίσω κύριε Αργύρη;» κελάηδησε το μικρό σπουργίτι.
«Εδώ, στο γραφείο με τη γραφομηχανή, πλάι στο δικό μου» άκουσα τη φωνή μου να απαντάει.
Κάθισε, ισιώνοντας την κοντή τζιν φουστίτσα της. Τα πόδια της κατάλευκα και λεία, ψηλά ψηλά στο δεξί της μπούτι, ένα αχνό σημαδάκι από εμβόλιο. Σωριάστηκα αδύναμος στην παλιά δερμάτινη καρέκλα μου… Εκείνη, περίμενε υπομονετικά για οδηγίες, αναδίδοντας άρωμα ροδάκινου! Ναι, αυτό ήταν, ένα λευκόσαρκο ροδάκινο!

Τις επόμενες μέρες ξυπνούσα με τη χαρά 8χρονου παιδιού, που περιμένει το δώρο του από τον Άγιο Βασίλη. Ή καλύτερα, σκεφτείτε έναν ναυαγό, που ύστερα από χρόνια σκληρής μοναξιάς, αντικρίζει από τα βάθη του πελάγους, ένα ολόφωτο καράβι, να πλησιάζει για να πάρει εκείνον, μόνο για ΄κείνον! Θα μου πείτε τώρα, και με το δίκιο σας, «και ποιος σου είπε ρε φιλαράκο ότι το ζουμερό ροδάκινο ήταν για τα δόντια σου;». Μου το έλεγαν άλλωστε πολλοί κουτσομπόληδες συνάδελφοι και άσπονδοι φίλοι: «Αργύρηηηη δεν είναι για τα δόντια σου η μικρή. Τράβα να βρεις καμιά γυναίκα της ηλικίας σου να νοικοκυρευτείς καημένεεεε»
Σαράντα και μισό, κι ούτε που είχα ερωτευτεί ποτέ μου. Για γάμο, ούτε λόγος. Γιατί να παντρευτεί κανείς αν όχι από έρωτα; Δεν είμαι άσχημος, είμαι πολύ ψηλός με λεπτό αλλά γυμνασμένο σώμα και έντονα μπλε μάτια. Οι κοπέλες με κοιτούσαν από το πρώτο έτος της ΑΣΟΕΕ, πολύ προκλητικά, ήταν εύκολες, οι περισσότερες γυναίκες είναι εύκολες, γι αυτό και δε μου αρέσουν. Εγώ ήθελα να ερωτευτώ, μια γυναίκα αγνή, νέα και δροσερή, κάποια σαν την Ελεάννα! Ο στόχος μου ήταν ο Έρωτας! Να ζήσω τον έρωτα έστω για μια φορά, κι ας καώ, κι ας καούν τα πάντα! Κι ο ίδιος ο έρωτας!
Σας φαίνονται τρελά όλα αυτά, έ; Είναι που δεν ξέρετε από φωτιά. Λίγοι αξιώνονται από το Θεό να ζήσουν τη φωτιά. Και μη μου πείτε να μη χρησιμοποιώ το όνομα του Θεού για τα ανομήματα μου, γιατί έτσι κι αλλιώς, ο Θεός είναι παντού, στη φωτιά, στο νερό, στον αέρα που αναπνέουμε, ακόμη και στις πιο μύχιες σκέψεις μας, προτού καν να γεννηθούν, προτού να γίνουν σκέψεις… Το βράδυ εκείνο μόνο, φαίνεται πως ο Θεός με παρέδωσε στο διάβολο. Μα και πάλι, τι είναι ο διάβολος; Η άλλη όψη του Θεού. Διαφωνείτε; Με βρίζετε; Θέλετε να με λιντσάρετε, να με γδάρετε ζωντανό ίσως, όπως η μάνα της Ελεάννας: «Θα σε γδάρω ζωντανό παλιοπούστη, ανάθεμα τη μάνα που σε γέννησε» ούρλιαζε στο δικαστήριο. Και θα το ‘χε κάνει, αν την άφηναν. Δεν την αδικώ. Πατέρας δεν υπήρχε, είχε πεθάνει νέος. Ούτε κι αδέλφια για να πάρουν την εκδίκηση τους.

Το βράδυ εκείνο λοιπόν δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου. Η Ελεάννα ήταν το παγόβουνο. Κάθε φορά που ερχόμουν λίγο πιο κοντά της, ίσα για να μυρίσω το άρωμα ροδάκινου από τις φρεσκολουσμένες μπούκλες της, εκείνη απομακρυνόταν απότομα με την καρεκλίτσα της και χόρευαν οι μπούκλες στον αέρα κι ανάμεσά τους χόρευε κι ο ήλιος! Ο τυχερός!
Στριμωχνόμουν όρθιος στο πλάι της, για να της δείξω τάχα πιο καλά τις λεπτομέρειες μιάς φορτωτικής ή τις ρήτρες μιάς εγγυητικής επιστολής εξωτερικού. Εκείνη τότε με έσπρωχνε διακριτικά με το χιονάτο χεράκι της: «Εντάξει κύριε Αργύρη, ξέρω». Δηλαδή, στη θέση σου κύριε Αργύρη, στο γραφειάκι σου. Πήρες την πρωινή σου τζούρα, φτάνει. Δεν έφτανε. Καιγόμουν. Κάθε φορά που σταύρωνε τα πόδια της, λεπτά όσο πρέπει, γεμάτα όσο πρέπει, έσκυβα να πιάσω το στυλό μου, και προσευχόμουν να ‘βλεπα ακόμη μια φορά εκείνο το σημάδι, από το εμβόλιο της ευλογιάς. Δύσκολο πράγμα. Ήταν πολύ ψηλά, κι ούτε που το ξανάδα, μέχρι τη μεγάλη νύχτα, που με αξίωσε ο Θεός, εμένα τον τρελό, τον τιποτένιο, να προσκυνήσω πάνω του, ξανά και ξανά και ξανά…..προτού καώ, προτού καούμε!
Βέβαια, θα πρέπει να σας ομολογήσω πως τούτη η Χαρά του προσκυνήματος, πολύ απείχε σε ένταση, σε γλύκα, σε αγριάδα, από αυτή της καθημερινής μου προσμονής: «Τώρα θα το δω, σε λίγο θα το δω, μπορεί και να το δω, αχ ατυχία!» Σηκωνόμουν στην καρέκλα μου με τα παλιά ροδάκια που δεν τσούλαγαν καλά, και καλημέριζα τον κύριο Τάδε και τον κύριο Δείνα, κατακόκκινος, με την καρδιά να παίζει ταμπούρλο και τα πόδια, ένα άμορφο ζελέ, ανίκανα να βαστάξουν την απελπισία μου!
Όπως σας είπα, μετά από είκοσι χρόνια στην Τράπεζα, ήταν η πρώτη φορά που ξυπνούσα πριν το ξυπνητήρι, πριν τον πετεινό που ξελαρυγγιαζόταν στο γειτονικό μου οικόπεδο, πριν την ώρα μου, πριν τον ήλιο! Ήξερα τι ώρα θα ‘βγαινε ο ήλιος: Οκτώ παρά τέταρτο, στο λευκό προσωπάκι του ροδάκινου, της Ελεάννας μου!
«Καλημέρα κύριε Αργύρη! Σας έφτιαξα καφεδάκι.» «Καλημέρα κούκλα μου! Ευχαριστώ. Μη με λες όμως κύριο, Αργύρη σκέτο. Είμαστε φίλοι εσύ κι εγώ».
« Με συγχωρείτε αλλά, δε μου βγαίνει κύριε Αργύρη»
Κι έπειτα, ίσιωνε τη φουστίτσα της, σταύρωνε τα ποδαράκια και ξεκίναγε τη δουλειά. Για τα προσωπικά της, σπάνια μίλαγε, εκτός κι αν τη ρωτούσα. Ήξερα πως ήτανε φοιτήτρια, στα οικονομικά, δεύτερο έτος, μεγάλωνε με τη μάνα της, όπως σας είπα και πριν. Δούλευε σκληρά για να τη μεγαλώσει η μάνα.
«Γι’ αυτό δούλευα ρε αλήτη, σε δυο δουλειές, για να αναστήσω το κορίτσι μου και να ‘ρθεις εσύ να μου την πάρεις; Θα πεθάνεις κάθαρμα, δε θα βρει η ψυχούλα της ανάπαυση αν δεν πεθάνεις».
Και τα κατάφερε. Είμαι νεκρός.
Οι μέρες περνούσαν κι εγώ ένοιωθα όλο και πιο κοντά στην Ελεάννα. Εκείνη πάλευε να κρατήσει τη θέση της, από κάθε άποψη. Σε αυτή της την προσπάθεια, γινόταν ευέλικτη μαζί μου. Αν θυμάστε, σας έλεγα στην αρχή, πως δε μου είχε πει ποτέ το ναι, ούτε και μου το ξέκοβε όμως. «Πότε θα βγούμε για ένα ποτό Ελεάννα, να τα πούμε εκτός δουλειάς;». «Θα δούμε κύριε Αργύρη, έχω πολύ διάβασμα τώρα». «Θα περιμένω να μ ου το προτείνεις εσύ τότε». «Εντάξει κύριε Αργύρη».
Όπως υποψιάζεστε, δε μου το πρότεινε ποτέ. Κι εγώ, περίμενα, περίμενα, κι όσο περίμενα, η λαχτάρα φούντωνε κι η φαντασία μου οργίαζε, κυριολεκτικά. Και τι δεν είχα φανταστεί! Πράγματα ανείπωτα που θα κάναμε, μετά το γάμο. Γιατί θα της πρότεινα γάμο. Το είχα αποφασίσει. Δε θα πρόσβαλα ποτέ, μια τέτοια κοπέλα, άσπιλη κι αμόλυντη, όπως πίστευα…Σας εκμυστηρεύομαι, πως είμαι κι εγώ παρθένος, σχεδόν. Μοναδική μου εμπειρία ο βιασμός μου από μια γυναίκα μεγαλύτερή μου στο χωριό. Εγώ δεκαεφτά κι αυτή πενήντα. Μέσα στο δάσος. Σιχάθηκα από τότε τις γυναίκες. Δεν έκανα καμία σχέση.
Και να, η ζωή μου πρόσφερε ένα ανέλπιστο δώρο. Μια γυναίκα όπως την ονειρευόμουν πάντα. Αγνή, φρέσκια, μόνο για μένα. Κι εγώ, θα της πρόσφερα τον εαυτό μου για μια ζωή! Ζούσα σε μια έξαψη, κόντευα να τρελαθώ από ανυπομονησία! Θα δεχόταν άραγε; Και γιατί να μη δεχτεί; Ένας άντρας ώριμος, εμφανίσιμος, με καλή δουλειά, της πρότεινε να την αγαπά για μια ζωή. Τι άλλο να ήθελε;
Καθησύχαζα τον εαυτό μου, κι ύστερα το μυαλό μου ταξίδευε στην πρώτη νύχτα του γάμου. Εκείνη, με ολοκέντητο νυφικό, θα έμοιαζε με τη Χιονάτη του παραμυθιού. Λευκή, κατάλευκη, με εβένινα μαλλιά. Κι εγώ, με ένα γκρίζο σμόκιν, λευκό πουκάμισο και ασημένιο παπιγιόν, με δυο γαλάζια μάτια όλο προσμονή! Θα της ξεκούμπωνα απαλά το κεντημένο φόρεμα, σχεδόν δίχως να την αγγίζω, κι εκείνο θα κυλούσε ανάλαφρα στο ξύλινο πάτωμα του νυφικού μας δωματίου. Δε σας είπα, το σπίτι ήταν έτοιμο και την περίμενε! Εδώ και χρόνια! Με το μισθό μου από την Τράπεζα και κάτι εισοδήματα από πελάτες που τους κρατούσα τα λογιστικά βιβλία, είχα καταφέρει να αγοράσω ένα όμορφο διαμερισματάκι στον Άλιμο. Καινούργιο, του κουτιού! Δεν είχα βάλει μέσα ενοικιαστή. Ήθελα να το χαρεί η αγαπημένη μου, όταν θα ερχόταν η ώρα, να το επιπλώσει όπως θέλει. Θα ήταν το βασίλειο της βασιλοπούλας μου!

Δεν άντεχα άλλο. Μια μέρα της το ξεφούρνισα:
«Ελεάννα τι γνώμη έχεις για το γάμο;»
«Καμία κύριε Αργύρη, ακόμα σπουδάζω».
«Θα μπορούσες να συνεχίσεις τις σπουδές σαν παντρεμένη. Πολλές το κάνουν.»
Χαμογέλασε. Μια γλυκιά μυρωδιά φρούτου απλώθηκε στον όροφο.
«Μου έχετε βρει γαμπρό κύριε Αργύρη;»
«Ναι, γιατί όχι;»
«Και πως τον λένε;»
«Αργύρη» της είπα αποφασιστικά.
Σκοτείνιασε.
«Ελπίζω να αστειεύεστε, έτσι;»
Άρχισε να γελάει νευρικά. Αργότερα πήρε την κολλητή της. Τις άκουσα να χαζογελάνε. Οι κότες! Πήρε το αυτί μου τη λέξη πουρέιντζερ! Δεν ήξερα τότε τι είναι, κάτι για μένα προφανώς.
«Αστειεύομαι» της είπα.
Έξω στο λιμάνι, ένα περήφανο καράβι σάλπαρε αργά, νωχελικά. Ένα γκρίζο σύννεφο το συντρόφευε στο ταξίδι του. Σε λίγο θα έπεφταν κι οι πρώτες στάλες. Φθινόπωρο!
Τις επόμενες νύχτες έμεινα ξάγρυπνος. Πάλευα να σβήσω κάθε γιορτινή εικόνα από την ψυχή μου. Να μείνω πάλι έτσι όπως ήμουν πάντα. Παρθένος και μόνος. Λευκό χαρτί. Δεν είχα όμως γομολάστιχα. Κι ο διάβολος, είχε τρυπώσει μέσα μου για τα καλά και με περιγελούσε.
«Πουρέιντζερ, άκου πουρέιντζερ! Τι είχαν δηλαδή οι νέοι καλύτερο από μένα; Ίσα ίσα, που εγώ, ήμουν σε πλεονεκτική θέση για γάμο. Εξάλλου, δεν ήμουν και μεγάλος. Εκείνη όμως δεν το έβλεπε. Και το παλάτι της περίμενε. Σε λίγο θα γέμιζε αράχνες! Τι κρίμα! Έπρεπε να την κάνω να καταλάβει!

Το άλλο πρωί έβαλα σε εφαρμογή το σχέδιό μου. Πήγα στο Διευθυντή και του ζήτησα να επιτρέψει υπερωρία, γιατί η Ελεάννα κι εγώ είχαμε πολλές εκκρεμότητες. Κανονίστηκε για την ίδια μέρα. Της το ανακοίνωσα με ύφος αυστηρά υπηρεσιακό. Έτσι ήταν το ύφος μου από την ημέρα που απέρριψε την πρότασή μου. Δεν έφερε αντίρρηση. Κανείς άλλος δε θα ‘μενε στο Κατάστημα εκτός από το φύλακα. «Μα δε χρειάζεται ο φύλακας» είπα στο Διευθυντή μου. Έχω κλειδιά. Τακτοποιήθηκε κι αυτό. Μείναμε μόνοι.
Την πρώτη ώρα δουλεύαμε σιωπηλά. Είχαν όντως μαζευτεί πολλές εκκρεμότητες. Τα είχα φορτώσει στον κόκορα με την υπόθεση της Ελεάννας, κι εκείνη πάλι δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες.
Κάποια στιγμή άναψα τσιγάρο. Δεν επιτρεπόταν τις εργάσιμες ώρες, μα τώρα, ήταν αλλιώς. Την κοίταξα. Με κοίταξε κι αυτή.
«Θέλετε τίποτα κύριε Αργύρη;»
«Εσύ τι λες;»
«Δεν ξέρω».
«Είχαμε κάνει μια κουβεντούλα οι δυο μας».
«Νομίζω πως τη λήξαμε».
«Δε θες να το ξανασκεφτείς;»
Κάγχασε. «Όχι βέβαια, απορώ και πώς σας μπήκε η ιδέα!» Έσκυψε στο φάκελό της.
«Γιατί, τόσο παράξενο σου φαίνεται;» συνέχισα.
«Έως και διεστραμμένο θα ‘λεγα. Θα μπορούσατε να είστε πατέρας μου».
«Δεν είμαι όμως και σου ξαναζητώ να με παντρευτείς». Έπεσα στα γόνατα μπροστά στην καρέκλα της με τα ροδάκια. Στα χέρια μου κρατούσα ένα μπλε βελούδινο κουτάκι. Το άνοιξα. Ένα μονόπετρο λεπτό μα πανάκριβο, άστραψε μπροστά της.
«Δεν είναι ο κατάλληλος χώρος σίγουρα, μα δε μου έδωσες την ευκαιρία να πάμε κάπου όμορφα, ρομαντικά…».
Το υστερικό της γέλιο με θόλωσε. Γελούσε και πάλλονταν τα τρυφερά όρθια στήθη κάτω από τη λευκή διάφανη μπλούζα. Γελούσε και χτύπαγε τα λευκά της ποδαράκια στα μάρμαρα. Οι χτύποι αντηχούσαν στο Κατάστημα. Ένοιωθα να με περιγελούν οι πάγκοι, τα γραφεία κι οι καρέκλες, οι ογκώδεις κίτρινοι φάκελοι κι οι πελάτες τους, οι συνάδελφοί μου οι κουτσομπόληδες, που την άλλη μέρα θα με φτύναν κατάμουτρα. «Ρε τον ξεφτίλα, τον πουρέιντζερ!!!!»
Καιγόμουν. Πέταξα το τσιγάρο από το χέρι μου, κι όρμισα προς το μέρος της. Έπρεπε να την πείσω, να της δώσω να καταλάβει.
«Κανείς δε θα σ΄αγαπήσει σαν εμένα. Σε θέλω, σε χρειάζομαι, άσε με να σου δείξω πόσο!» Την έπιασα από τους ώμους και την κόλλησα πάνω μου. Ήθελα απελπισμένα να ρουφήξω το χυμό από κεράσι, να ρουφήξω, να ρουφήξω, ώσπου να πεθάνω. Και να πεθάνει κι αυτή.
«Άκου πουρέιντζερ!»
Δάγκωσα το κεράσι, με έσπρωξε με δύναμη. «Τι κάνεις ρε μαλάκα, ποιος σούδωσε το δικαίωμα;»
«Άσε με να σου δείξω, θα σ΄αρέσει, θα δεις»
«Τι να μου δείξεις ρε ανώμαλε, από σένα περίμενα; Έχω δυο χρόνια σχέση. Σε λίγο θα ‘ρθει ο φίλος μου να με πάρει. Θα σε σκίσει καθίκι, πορνόγερε, που τολμάς να προτείνεις και γάμο!»
Δυο χρόνια σχέση…Δεν ήταν αγνή, μια πουτανίτσα ήταν κι αυτή, όπως κι οι άλλες. Κι εγώ που… Φούντωσα. Την άρπαξα από το λαιμό. Σχεδόν την είχα ακινητοποιήσει ανάμεσα στο γραφείο της και το γκισέ. Χτυπιόταν όπως το ψάρι στο αγκίστρι, κι από το στόμα της έφτυνε βρισιές. Την έσφιξα λίγο περισσότερο, να πάψει να βρίζει, δε μου άξιζε, ήταν άδικο! Τουλάχιστον να γευόμουν το φρούτο, για μια φορά, κι ας πέθαινα, κι, ας πέθαινε κι εκείνη. Της άξιζε. Την έσφιξα λιγάκι ακόμα, ίσα να ανοίξει το κερασί της στοματάκι για να μπω μέσα του! Τα κατάφερα! Αργά, ηδονικά, άρχισα να πίνω και να πίνω αχόρταγα, ώσπου την ένοιωσα παραδομένη. Επιτέλους, είχε καταλάβει πόσο την αγαπώ!
Μια άγρια χαρά με σήκωσε στα χέρια της! Ήμουν νικητής! Τροπαιοφόρος! Πήρα την τσάντα μου κι έφυγα βιαστικά, δίχως να κλειδώσω.
Τα υπόλοιπα τα πληροφορήθηκα από την αστυνομία. Έβαλα λέει φωτιά για να την κάψω, αφού πρώτα την έπνιξα και τη βίασα!!! Αστείο πράγμα!!! Μου δόθηκε κύριοι, με τη θέλησή της. Κάναμε έρωτα! Κι ύστερα έφυγα. Όσο για τη φωτιά; Φωτιά είναι ο έρωτας, κι όποιος αγάπησε, το ξέρει. Φωτιά είναι και έκαψε, και μένα και κείνη.
Τέλος!

 

 

 

Μέμη Καρυώτου

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος