Ζεστή σοκολάτα – Νικόλας Παπανικολόπουλος

Ζεστή σοκολάτα

Ζεστή σοκολάτα.

«Φύγε!» της είπε… «και μη τολμήσεις να γυρίσεις πίσω ξανά. Θα σε χτυπήσω!»… Και της έκλεισε κατάμουτρα τη πόρτα. Ο κρότος ακούστηκε ανακουφιστικά στα αυτιά της. Από τα μάτια της κυλάγανε δάκρυα, οι αντοχές της την είχανε εγκαταλείψει.. Θα είχε πέσει στα γόνατα, ανήμπορη να πάει οπουδήποτε, μα η ψυχή της τη βάσταξε…
«Πρέπει να φύγεις, να φύγεις γρήγορα, ΤΩΡΑ» ούρλιαζε μέσα της μια φωνή.. «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ!..
Έπρεπε να κάνει γρήγορα, προτού η πόρτα ανοίξει πάλι. Στηριζότανε με δυσκολία, μα κατέβαινε όσο μπορούσε πιο γρήγορα τα σκαλοπάτια. Άνοιξε την πόρτα εισόδου και βρέθηκε στο δρόμο. Δε σταμάτησε… συνέχισε να κινείται.. να χαθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε σε κάποιο σοκάκι, να χάσει τα ίχνη της, να μη τη βρει… Έχασε το χρόνο καθώς περπατούσε, τα πόδια της πονέσανε, ήταν ο πρώτος σωματικός πόνος που επέτρεψε να την αγγίξει. Τότε συνειδητοποίησε πως ήταν ξυπόλητη! Μα ευτυχώς μακριά του, κι αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να πάει σε κάποιο νοσοκομείο. Στήριξε την πλάτη της στον τοίχο, κι άφησε τα πόδια της να λυγίσουνε. Έκρυψε το πρόσωπό της στα γόνατά της κι άρχισε να κλαίει σα μωρό… Σπαρταρούσε το στήθος της, μα ήτανε ζωντανή…

Την πρώτη φορά που τη χτύπησε, της ζητούσε γονατιστός συγνώμη.. της έλεγε πως δε θα ξανασυμβεί ποτέ… μα τις επόμενες ούτε που ζήτησε συγνώμη. Καθώς διάβαζε τον τρόμο στα μάτια της, ένιωθε όλο πιο ισχυρός, κυρίαρχος στην θέλησή της.. Η σιωπή της, εκλαμβανόταν ως υποταγή. Ένιωθε όπως αν δάμαζε άγριο θηρίο. Κάθε φορά γινότανε όλο πιο βίαιος και αδίσταχτος. Είχε το χάρισμα, να διαλέγει τους λάθος ανθρώπους στη ζωή της. Το φταίξιμο το έριχνε στον εαυτό της. Πίστευε, πως με κάποιον μυστήριο τρόπο, προκαλεί η ίδια όλα αυτά τα άσχημα στη ζωή της. Πως δεν έχει μια καλύτερη ζωή επειδή δε της αξίζει. Όταν τον γνώρισε, έλπιζε πως θα ξέφευγε από την κακιά της μοίρα.

Η μάνα της μελαγχόλησε κάποτε τόσο πολύ, που ο γιατρός απαγόρευσε στον πατέρα της να της κάνει κι άλλο παιδί. Φοβούμενος τα χειρότερα. Εκείνος της έκανε ακόμα δυο παιδιά, τελευταία ήταν η Λυδία. Κι η μάνα της, κατέληξε στο φρενοκομείο. Ο πατέρας της μοίρασε τότε τα παιδιά δεξιά κι αριστερά σε συγγενείς, πέντε παιδιά ήτανε… κι άρχισε μια έκλυτη ζωή. Η ίδια μεγάλωσε ως τα έντεκα με μια θεία της. Μα η θεία της αρρώστησε, κι ο πατέρας της που συζούσε πια με μια γυναίκα, αναγκάστηκε να την πάρει πίσω στο σπίτι. Όμως όχι ακριβώς μέσα στο σπίτι, αλλά σε ένα παράσπιτο δίπλα από το σπίτι, μια αποθήκη. Η συμβία του δε την ήθελε στα πόδια της.. Έτσι, όταν τον γνώρισε στην εργασία της και της ζήτησε να παντρευτούνε, πίστεψε πως θα άφηνε πίσω της μια καταραμένη ζωή. Είχε καταλάβει πόσο την ζήλευε, μα τότε θεωρούσε την ζήλια του έρωτα. Πού να φανταζότανε, πόσο επικίνδυνος ήτανε ο συνδυασμός της ζήλιας του και του πιοτού.
«Σε μάζεψα» της έλεγε «από το δρόμο», υπονοώντας την κακή οικογενειακή της κατάσταση και τα μάτια του μίκραιναν από περιφρόνηση και μίσος.

Δεν είχε πού να πάει, να μιλήσει, να κρυφτεί!Όταν, εδώ και τέσσερα χρόνια την παντρεύτηκε, τη σταμάτησε από τη δουλειά και φρόντισε να την απομονώσει κι από δυο φίλες που είχε τότε ακόμη. Δεν είχε λεφτά, δεν είχε τίποτα, ούτε καν παπούτσι. Όμως, ό,τι και να γινότανε πίσω δε γύριζε. Όχι από απόφαση να αλλάξει τη ζωή της, αλλά από το φόβο πως θα τη σκοτώσει.. Ο ίδιος φόβος την έκανε να προφασίζεται δικαιολογίες για να καλύπτει μελανιές στο πρόσωπό της. να μη μάθει κανείς τίποτα.

Μια μέρα είχανε επισκέπτες, φίλους δικούς του. Είχε ετοιμάσει μεζέδες και γλυκό να τους ευχαριστήσει.
«Χρυσοχέρα η γυναίκα σου», του είπε ο ένας. Και βάλθηκε τότε αυτός να την κατηγορεί… Που κάνει το ένα έτσι το άλλο αλλιώς… εκείνη δε μίλαγε… Όμως, ο φίλος ο δικός του γύρισε και του είπε «δε κάνεις καλά που μιλάς έτσι για την γυναίκα σου μπροστά μας. Τη μειώνεις και δεν είναι σωστό!» Λύσσαξε μέσα του, μα εκείνη την ώρα δεν είπε τίποτα. Όμως, όταν φύγανε, ξέσπασε. Την έβρισε με τα πιο χυδαία λόγια και τη χτύπησε τόσο που έκανε δυο εβδομάδες να βγει από το σπίτι. Από ντροπή . Κι από φόβο.

Ο κόσμος πήγαινε κι ερχότανε. Ήταν αόρατη από όλους κι ο κόσμος αόρατος από τα μάτια της! Σε μια εποχή όπου οι άστεγοι γίνανε συνηθισμένη εικόνα, πιο πολύ θα στεκότανε το βλέμμα των περαστικών σε ένα αδέσποτο παρά σε εκείνη. Τώρα έτρεμε κι από το κρύο. Ήταν λίγο μετά το σούρουπο, τα φώτα όλα είχανε ανάψει. Είχε κλάψει αρκετά, τα μαγουλά της στεγνώσανε. Σήκωσε το κεφάλι και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε σοβαρά που να πάει.. Τα πόδια της πονάγανε όλο και πιο πολύ. Πήρε να τα τρίβει να τα ζεστάνει. Πόσο μακριά θα κατάφερνε να φτάσει χωρίς παπούτσια , χωρίς λεφτά και το κυριότερο, για πού;

«Συγνώμη, μπορώ να περάσω να μπω σπίτι μου;» Η φωνή την έκανε να δει πέρα από τις σκέψεις της. Ήτανε μια γυναίκα, περίπου στη δική της ηλικία, μα τόσο περιποιημένη και όμορφη, χωρίς να φορά τίποτα το φανταχτερό… Η γυναίκα φάνηκε να την κοιτά με προσοχή.

«Συγνώμη», ψέλλισε και κίνησε να σηκωθεί… μα δε τα κατάφερε, βαριά θολούρα την τύλιξε κι ένιωσε να γλιστρά πάλι. Άκουγε από μακριά την φωνή της γυναίκας να την ρωτά αν είναι καλά. Προσπάθησε να γνέψει, από συνήθεια, «ναι» Ύστερα σκοτεινιάσανε όλα.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρισκότανε σε ένα μικρό δωμάτιο, τα πόδια της τα ένιωσε ζεστά, και για μια στιγμή νόμιζε πως ήταν ένα μικρό κοριτσάκι. Όπως τότε που ζούσε μαζί με τη θεία της κι όπου νά’ ναι θ’ ακούσει τη φωνή της. Κάποιος της έτριψε τρυφερά το χέρι, έστρεψε το κεφάλι κι είδε πλάι της την άγνωστη γυναίκα. Πήγε κάτι να πει, μα εκείνη τη σταμάτησε. «ξεκουράσου.. λιποθύμησες.. είσαι καλύτερα;»

«Ναι ευχαριστώ!» θέλησε να πει, μα δε βγήκε φωνή από το στόμα, μόνο δάκρυσε, χαμογέλασε, κι έγνεψε το κεφάλι…
Μια στιγμή αργότερα, η φωνή της επέστρεψε «ευχαριστώ.. θα φύγω σύντομα».

«Υπάρχει κάπου που θες να πας, κάποιος να ειδοποιήσω;»

«Ὀχι, όχι κανένα! είμαι καλά, θα φύγω σε λίγο»

«Ξυπόλητη; ..»

«…..»

«Με λένε Μαρία»

«Λυδία»

«Λοιπόν Λυδία, δεν είμαι χαζή,ξέρω, τα σημάδια στο πρόσωπό σου, μου είπανε πολλά. Δεν ξέρω τι συνέβη, ποιος στα έκανε, αλλά το γεγονός πως δε θέλεις να ειδοποιήσω κανένα με κάνει να πιστεύω πως είναι κάποιος που γνωρίζεις καλά. Καμιά γυναίκα, ότι κι αν έχει κάνει δεν αξίζει κάτι τέτοιο.. καμιά! Ο άντρας σου;..»

«…..»

«Γι’ αυτό και δεν φοράς και παπούτσια σωστά;»

Πόσο ήθελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί… μα πόσο…. Τα μάγουλά της γίνανε κατακόκκινα από ντροπή! Ήθελε να της πει, πως, όμως δε συμβαίνει αυτό στον καθένα και πως έχει αυτή τη μοίρα γιατί αυτή της αξίζει, ήθελε να το πει, γιατί μισούσε τον εαυτό της όπως τον κατάντησε, μισούσε τη ζωή της, το παρελθόν , το παρόν, ακόμα και το μέλλον της που στέρεψε από όνειρα! Δεν είπε τίποτα… Μόνο ανοίξανε πάλι οι κρήνες των ματιών της… Αχ αυτά τα μάτια της! Τα τόσο όμορφα. Που προκαλούσανε την ζήλια. Φταίνε. φταίνε και τα μάτια της! Όλα πάνω της φταίνε «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»… Ίσως πληρώνει παλιό χρέος. Μα η γυναίκα την κοίταξε τόσο συμπονετικά.

«Θα φτιάξω μια ζεστή σοκολάτα να πιεις, σαν φίλες, ναι;»

«Σε ευχαριστώ τόσο πολύ! συγνώμη για την αναστάτωση, ειλικρινά συγνώμη»

«Αν θες να με ευχαριστήσεις αληθινά, μη ξαναπείς ούτε ευχαριστώ ούτε συγνώμη! Πίστεψέ με, μπορώ να γνωρίζω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις…»

Η σοκολάτα άχνιζε, και το άρωμά της την έκανε να αισθανθεί πολύ καλύτερα! Στην πρώτη γουλιά μάλιστα, αισθάνθηκε τόση γλυκύτητα μέσα της, σαν όσα είχανε συμβεί να αφορούσανε κάποια άλλη ζωή της, κι όχι αυτήν. Σαν όλα να είχανε συμβεί μέσα σε παραμύθι.

«Έχω βάλει μέλι μέσα …»

«Μέλι! Έτσι έφτιαχνε τη σοκολάτα η θεία μου!» Οι κόρες των ματιών της μεγάλωσαν, επέστρεψε ο νους της σ΄ εκείνα τα χρόνια.

«Ξύπνα Λυδία, θα αργήσεις στο σχολείο»

«Άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα, εσύ που με αγαπάς! πέντε λεπτά ακόμα, δε θα αργήσω Αμέσως θα ετοιμαστώ!»

«Σου ετοίμασα γάλα με κακάο και μέλι! Που σ’ αρέσει!»

Τι δε θα έδινε να γύρναγε πίσω ο χρόνος. Όλη της την ζωή, για μια μέρα μόνο, μια μέρα με την αγαπημένη της θεία, κι ένα τέτοιο γλυκό ξύπνημα! Τι όμορφο κήπο που είχανε, γεμάτο ρόδα και βερικοκιές.. Τα πουλιά αρχίζανε το κελάηδημα στις πρώτες αχτίδες του ήλιου. Κάνανε ελαφριά τα σκεπάσματα, που με το άρωμα της σοκολάτας γινόντουσαν πανάλαφρα! Η σοκολάτα ήτανε το κλειδί. Στην στιγμή τα σκεπάσματα τιναζόντουσαν στον αέρα, το άρωμα της αξέχαστο! Έτσι και τώρα, όλη αυτή η τρυφερότητα, επέστρεψε μέσα της, με άρωμα και γεύση σοκολάτας! Η Μαρία έβλεπε στα μάτια της το εσωτερικό της ταξίδι. Την άφησε να απολαύσει και την τελευταία γουλιά. Και πριν επιστρέψει ακόμα ο νους της στο παρόν, της έπιασε το χέρι και της είπε, «υπάρχει κάτι Λυδία μου, που θέλω να δεις» και τραβώντας την ελαφρά, τη σήκωσε από το τραπέζι. Την ακολούθησε σέρνοντας απαλά τις παντόφλες που τις έδωσε, μέχρι ένα δωμάτιο άλλο. «Κοίτα γύρω σου καλή μου..»

Κι η Λυδία έστρεψε το βλέμμα της δεξιά κι αριστερά και τα μάτια της ανοίξανε διάπλατα!

Όλοι οι τοίχοι ήτανε ζωγραφισμένοι από παιδικό χέρι. Δεξιά από το παράθυρο, υπήρχε ένα άδειο κλουβί, με μια ανοιχτή πόρτα. Το ξεχώρισε από την αρχή και πλησίασε κοντά του. Κοίταξε την Μαρία άρχισε αυθόρμητα να της διηγείται κάτι, από τα μικράτα της..

«Κάποτε πιάσαμε μια Καρδερίνα, ποτέ δεν ηρέμησε. Χτυπιόταν πάνω στα κάγκελα θέλοντας να φύγει ώσπου, ένα πρωί την βρήκαμε νεκρή. Η θεία πρότεινε να μου βρει άλλο πουλί, μα εγώ έκλαιγα για το πουλί που πέθανε στο κλουβί του, και της είπα πως δε θέλω άλλο πουλί. Μόνο εκείνο που πέθανε να το αφήσω λεύτερο να φύγει! Μια μέρα στο σχολείο, ο δάσκαλος μας έβαλε να ζωγραφίσουμε ένα κλουβί με ένα πουλί. Εγώ το ζωγράφισα άδειο, το πουλί πέταξε, του είπα! Νόμιζα θα με τιμωρήσει, μα εκείνος γέλασε και είπε καλύτερα, τα πουλιά δεν γεννηθήκανε να ζούνε στα κλουβιά!»

«Ούτε στους ανθρώπους, ούτε σε κανένα ζωντανό πλάσμα δεν αξίζει να ζει σε κλουβί», πρόσθεσε στα λόγια της η Μαρία.

«Ποιος ζει εδώ;»

«Ζούσε εδώ μια ψυχή, που το έσκασε από το κλουβί της, για να βρεθεί σε ένα λεύτερο κόσμο, που είναι τρυφερός με εκείνους που αισθάνονται και είναι παιδιά. Τριγυρνούσε σα σκιά ανάμεσα στους ανθρώπους της. Και ξέρεις γιατί; Επειδή δε την αγαπήσανε. Σου είπα γνωρίζω. Ζωγράφιζε στους τοίχους της εικόνες ελευθερίας, και μια μέρα πέταξε, δε βρήκανε άλλο από ένα άδειο κλουβί!»

«Μακάρι, να μπορούσα να πετάξω, να είχα και γω φτερά»…

«Όλοι καρδούλα μου έχουνε φτερά, όλοι! Άνοιξε σε παρακαλώ το παράθυρο, και κοίτα!»

Κι η Λυδία άνοιξε το παράθυρο, κι ένας ήλιο λαμπρός, χρυσαφένιος, έλουσε το δωμάτιο φως από άκρη σε άκρη. Τόσο φως, που η μορφή της Μαρίας θάμπωσε στα μάτια της.

«Λυδία μου, είναι η σωστή ώρα να πετάξεις. Άνοιξε τα φτερά σου και πέτα! Ο ήλιος που λάμπει, είναι ο ήλιος της ψυχής σου. Είναι η Αγάπη που έχεις μέσα σου. Η αγάπη που δε μπορεί να σβηστεί από κανένα σκοτάδι. Άσε με να σε πάρω αγκαλιά. Να πετάξουμε μαζί πάνω από όλα τα ψέματα των ανθρώπων. Πέρα από κάθε κακία και σκοτάδι!»

Κι η Λυδία, βουρκωμένη από ευτυχία αυτή την φορά, την αγκάλιασε με εμπιστοσύνη, κι ανάλαφρα, χαθήκανε κι οι δυο τους στο φως…

Τα πόδια της πρησμένα από το κρύο, βάσταγε αγκαλιά τους ώμους της και χαμογελούσε…
Μα το πάλλευκο πρόσωπό της πρόδιδε πως ήταν νεκρή. Στην αρχή την περάσανε για κάποια άστεγη, μα αργότερα έγινε η ταυτοποίηση. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, η γειτονιά της ήταν σιωπηλή μα γνώριζε τι τραβούσε η Λυδία από τον άντρα της. Οι συζητήσεις δίνανε και παίρνανε για την ατυχία των γυναικών της οικογένειας, που όπως η μάνα της που πέθανε στο φρενοκομείο , έτσι κι η Λυδία τώρα, πλήρωνε το τίμημα ενός ατυχούς γάμου. Πέθανε εκεί στο δρόμο, από εσωτερική αιμορραγία. Την αστυνομία κάλεσε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού στην είσοδο της οποίας, βρέθηκε νεκρή το πρωί. Παρέλειψε ωστόσο να πει, πως την είχε βρει εκεί από χτες το βράδυ, και πέρασε σχεδόν από πάνω της για να ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού της. Αυτό που ωστόσο παρέμεινε το μεγάλο μυστήριο, είναι γιατί μια γυναίκα σε αυτή την κατάσταση, κι ενώ πεθαίνει μέσα στο κρύο, να χαμογελά με τόση γλυκύτητα, όπως ευτυχισμένη παιδούλα!

Νικόλας Παπανικολόπουλος

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος