«Επιβάτης στο πλοίο των τρελών» – Τρεις γυναίκες γράφουν

Πλοιο

 

Ένα βιβλίο: «Ασκήσεις επί χάρτου» (Εκδόσεις ΚΥΜΑ)

Ένα από τα θέματα : «Επιβάτης στο πλοίο των τρελών»

(Στο λεγόμενο πλοίο των τρελών επιβίβαζαν παλιά τους ψυχικά ασθενείς  και τους αρρώστους από ανίατη νόσο ώστε να τους αφήσουν στο πέλαγος και να πεθάνουν)
Μια συζήτηση.
Τρεις γυναίκες :
Ιουλία Αλεξίου
Έτσι… μπας κι’ αυτός ο κόσμος αλλάξει κάποτε χρώμα και μάθει αγάπη τι θα πει.
Πόλυ Γεωργιάδου
Παιδί των πόλεων, γράφω από τα δέκα πέντε μου για ό,τι με συγκινεί και με αγγίζει.
Μαριαλένα Δισακιά
Πάντα την ακολουθούσε ένα τετράδιο, ένα δικό της τετράδιο που το γέμιζε λέξεις.

 

  Αλήθεια βαθιά

Για καράβια μίλησες
για ψυχές στα βάθη
θαλασσών.
Στον κόσμο τους ψεγάδια.
Όνειρα αγκαλιά με
τη ζωή.
Μη, φίλε μου, τ’ αναζητάς
και κοίτα ένα γύρω
Το βλέμμα τους μισό
με σπρώχνει, διαπερνά
τα κορμιά να μη
συναντηθούν.
Ξεβράστηκα.
Η αλήθεια ξεγυμνώνει.
Οι ρωγμές μου, χατίρι δεν θα γίνουν.
Το τέλος μου θα ορίσω.
Εγώ. Δακτυλικά, με αποτύπωμα που
δεν θα τους ανήκει.

Ιουλία Αλεξίου

 

 

Πληγή

Ήταν μαγεία η βραδιά. Δροσερή κι αθώα με ένα αεράκι στα μάγουλα και φως πολύ. Ετοίμαζε ο Αύγουστος πανσέληνο κι η θάλασσα έμοιαζε με λίμνη. Στην απέναντι πλευρά τα φώτα σού έκλειναν το μάτι κι έβλεπες τα αυτοκίνητα που φιδογύριζαν στον παραλιακό δρόμο. Κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι και παρήγγειλαν. Κοιτάζονταν με προσμονή κι αγάπη για τις ώρες που μοιράζονταν. Φάγανε, δίχως κουβέντες, μπροστά στο λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες. Ήταν σχεδόν ευτυχισμένη. Σχεδόν τα είχε όλα. Περπατούσε με μπράτσα δροσερά. Δεν χόρταινε να βλέπει το νερό που – κατά μεριές – ασήμιζε. Τόσο όμορφη βραδιά! Σχεδόν τέλεια. Μόνο που έλειπε εκείνος. Ξάπλωσε μόνη στην παραλία, έκλεισε τα μάτια κι ένοιωσε ένα μικρό λεπίδι ύπουλα να την τρυπά. Το ακόνιζε ο χρόνος κάθε μέρα. Της κόπηκε η ανάσα, χώρισε η μέση της στα δυο, «Πόσο γλυκιά βραδιά ! Σχεδόν τέλεια…». Στο βάθος, κάποια παιδιά έβαζαν φωτιά στο ξύλινο καράβι τους και το έστελναν στο πέλαγος. Αγκάλιασε την πληγή και χαμογέλασε.

Πόλυ Γεωργιάδου

 

 

Φίμωτρα γνώσης

Την κρατούσα από την καρδιά. Όπως πάντα. Ήμουν θυμωμένα χαμογελαστή. Καιρό τώρα τής το φώναζα, να μη λέει αυτά που κρατάει κάτω από τη γλώσσα. Ακόμα και τώρα που φτάσαμε στη πόρτα έχουμε χρόνο να σταματήσει. Αυτή τίποτα. Τρέμει, φωνάζει, φτύνει, κατουράει στο παντελόνι. -Σκάσε επιτέλους!
-Είστε όλοι ζώα ρεεε!!!
-Βούλωστο, σου λέω!
-Όχι, δεν το βουλώνω, μια ζωή σκάσε, βούλωστο, φτάνει!
-Σταμάτα να γλυτώσουμε.
-Όχι δεν σταματάω, τα φτερά μου είν΄ έτοιμα, θα πέσω με δύναμη στο νερό και θα φύγω.
-Μη, μη τους τα δείχνεις. Θα στα πάρουν.
-Ρε τσογλάνια, σας μισώ!
-Σκάσε.
-Πρώτα θα βουτήξω στον ωκεανό και μετά θα σκάσω!
-Αρχίσαν να μας τραβάνε, δεν βλέπεις;
-Σιγά μη πονέσεις.
-Είναι κατουρημένο το βρακί μου.
-Σκασίλα σου.
-Θα μου το αλλάξουν;
-Να μη σε νοιάζει ρε.
-Σταμάτα να ουρλιάζεις πόνεσε το κεφάλι μου.
-Ναι κακομαθημένο μου καλόπαιδο; πόνεσε το κεφαλάκι του μωρέ;
-Ποιος μιλάει! Αυτή, που δεν ακούει κανέναν.
-Και εσένα που άκουγα, τελικά, πολύ ήταν. Καλά έκανα που πέταξα τα αυτιά μου στα σκουπίδια.
-Ναι και τώρα ακούς μόνο εμένα, σταμάτα όμως, επιτέλους, γιατί μας καθαρίζουν. Κατουρηθήκαμε.
-Ναι, αλλά εσένα σ’ ακούω μόνο εγώ πια και το γλεντάω! Κέρδισα! Κέρδισα! Μ’ ακούς; Κέρδισα! Σκάσε εσύ τώρα. Μόνο εγώ μπορώ να σ’ ακούω πια. Σε μισώ κάθαρμα, τσογλάνι, τόσα χρόνια με τραβούσες από το μαλλί να κάνω αυτό που θες! Τα έφτιαξα τα φτερά μου, από λέπια μεγάλα, και τώρα θα βουτήξω όσο πιο βαθιά στο βυθό τού είναι μου. Έτσι θα ξεφύγω από όλους. ΟΛΟΥΣ! Μ΄ ακούς; Ακόμα και από ΄σένα φρικαλέο τέρας της λογικής. Χτυπά το μυαλό στη ρίζα της γλώσσας και το κρασί χαϊδεύει τα μαλλιά μου. Μ΄ αίμα λούστηκα και απόψε, μάγισσας κόρη γίνηκα Άστραψαν τα λουριά που με λευτέρωσαν. Φίμωτρα γνώσης καρτεράτε να σας φέρω; Έρχομαι

Δισακιά Μαριαλένα

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΥΜΑ
Επιμέλεια Αγγελίνα Ρωμανού

 

 

 

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος