Δάγλας Γιώργος

Δάγλας Γιώργος

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό

πλακόστρωτο της Ρώμης.

Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν

αφρός απ’ το στόμα της:

“Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα

όνειρα.

Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια

διοικούν το θόλο.

Καίγονται τα όνειρα’.

Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην

έρημο και στον πόλο.

Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μ’ ένα

χέρι κόκκινο

σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Άνοιξε, γη. Άνοιξε!

(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σ’ αυτή

την πόλη. Εξόριστος

κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.

Πάντα πιωμένος.

Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν

μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.

Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε

την ουρά του. Οι πέτρες

δεν θα μ’ ανεχτούν πολύ ακόμα).

Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο

ελάχιστο.

Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.

Και ξανά η πτώση των

άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη

επιθυμία της διήγησης.

Έλεγα λοιπόν γι’ αυτή τη γυναίκα-φάντασμα:

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

Δάγλας Γιώργος

(απ’ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος