Ακραία λίθος – Αμέντα Μαρία

Ακραία λίθος

 

Ο τόπος έδειχνε έρημος, σχεδόν ακατοίκητος. Η ώρα έντεκα το βράδυ, μια ημέρα μετά την Ανάσταση. Όσοι είχαν απολαύσει το πασχαλινό γεύμα μετά από μια μακρά περίοδο νηστείας, ξεκουράζονταν τώρα ήσυχοι και αναπαμένοι πως είχαν κάνει το χρέος τους. Είχαν καθαρίσει τις ψυχές τους από τους ρύπους της αμαρτίας αυτομάτως με την εγκράτεια και την αποχή από τις «απαγορευμένες» τροφές. Αυτές που προσφέρουν τη μεγαλύτερη απόλαυση στο σώμα τη στιγμή που μπορεί να το βλάπτουν, όπως και ορισμένα πάθη που ταλαιπωρούν ηδονικά την ψυχή. Η απληστία, ο φθόνος και μόνο με την υποψία της ευτυχίας του άλλου, η ύπουλη χαρά που τρυπώνει μέσα από τα λαγούμια της ψυχής, αυτή που εντέχνως έχουμε μάθει να κρύβουμε στην αποτυχία ακόμη και τη δυστυχία του άλλου και την προσφέρουμε ανιδιοτελώς ως συμπαράσταση. Την αληθινή θλίψη, άγνωστο από πού προερχόμενη, ανομολόγητες επιθυμίες, ανικανοποίητα προαιώνια, γιγαντιαία «θέλω», την κρατάμε καλά καταχωνιασμένη στις πιο υπόγειες διαδρομές του είναι, αρκεί να μη φανεί προς τα έξω. Να μη φανεί, να μην προδοθεί, να μην προδοθούμε, να δείχνουμε άλλοι, να μην τους αφήσουμε να χαρούν με αυτά που κι εμείς οι ίδιοι…

Μια συντροφιά αντρών και γυναικών στις παρυφές της πέμπτης δεκαετίας της ζωής τους, βρέθηκε κι απόψε μέσα σε ένα από τα καφέ-μπαρ του λιμανιού. Εκεί ανταμώνουν, ανταλλάσσουν απόψεις, διηγούνται ιστορίες, σοβαρές ή αστείες, συχνά σκαρώνουν καψώνια ο ένας στον άλλον, πασχίζοντας στα μισά του δρόμου της ζωής να διατηρήσουν τα λιγοστά ψήγματα του «forever young and restless». Στραπατσαρισμένοι από τις εκδορές του παρατεταμένου έγγαμου βίου, με ορατά τα βαθιά ρήγματα που ανοίγονται στις ψυχές που δεν επικοινωνούν πια, αν ποτέ επικοινώνησαν πραγματικά. Παραμένουν όμως πιστοί στην από κοινού εκτέλεση ενός άρρητου “συμβολαίου”, που δυο δεκαετίες πριν περιελάμβανε το να φτιάξουμε περιουσία, ή πιο σωστά να μεγαλώσουμε την περιουσία που μας κληροδότησαν οι γονείς μας και να βολέψουμε καλά τα παιδιά μας, και τώρα, μέσα σε μια αβέβαιη οικονομική συγκυρία, εξαντλείται στο να γλιτώσουμε όσα αποκτήσαμε από τις άγριες διαθέσεις του σάπιου πολιτικού συστήματος -που εμείς ανδρώσαμε και επανδρώσαμε- και τώρα απειλεί το μέλλον των παιδιών μας. Δίπλα σε αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων που πραγματικά ατύχησαν να αναμετρηθούν σε μια δημιουργική ακόμη ηλικία με έναν ιδιότυπο δημοσιονομικό «διωγμό» και την οικονομική ομηρεία ενός ολόκληρου λαού, και ταυτόχρονα είναι μάρτυρες του κατατρεγμού ενός άλλου λαού, βρίσκεται μια κατηγορία ανθρώπων που κοιτάει πως να μετατρέψει τη δυστυχία των άλλων σε ευκαιρία για τον εαυτό της. Γιατί στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας, όπου υπάρχουν πτώματα, από κοντά μαζεύονται και τα όρνια.

Σε μικρούς τόπους σαν και αυτόν εδώ, συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, πολλές φορές στο ίδιο τραπέζι, όσοι εκπλήρωσαν απαρέγκλιτα το προδιαγεγραμμένο σχέδιο της ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης -γάμος, δυο παιδιά, σπίτι και εξοχική κατοικία, για ένα αυτοκίνητο ούτε λόγος, επιβεβλημένα δυο-, μαζί με αυτούς τους λίγους, τους παρίες ή εκλεκτούς, που παρέκκλιναν του αυστηρού οικογενειο-κραταιού καταστατικού είτε κατ’ επιλογή, είτε γιατί η τύχη δεν ευνόησε να ευτυχήσουν ενός «καθωσπρέπει» γάμου, ή γιατί απλά τους ευνόησε που δεν ευτύχησαν.

Τα ετερόκλητα αυτά άτομα έχουν ωστόσο κάποια κοινή ιδεολογική αναφορά, γιατί πως θα συγχρωτίζονταν αρμονικά στον ίδιο χώρο οι υποστηρικτές της αρωγής των κατατρεγμένων με αυτούς που υπεραμύνονται της άποψης, «Που θα τους βάλουμε; Πνίχτε τους». Η συζήτηση κι απόψε περιστρέφεται και αναμασά τα θέματα που ταλανίζουν το έθνος, ανεργία, φορολογικό, συνταξιοδοτικό, προσφυγικό και πως θα αντιμετωπίσουμε το ρατσιστικό μίσος που ενέσκηψε σαν τη πανούκλα στο φιλάνθρωπο και φιλόστοργο νησί μας. Την ίδια στιγμή που σημαντικό μέρος του ντόπιου πληθυσμού από τη μια μαίνεται ενάντια στους αλλόθρησκους που φτάνουν μέσα από τα ματωμένα χώματα της πατρίδας τους και απειλούν να αλλοτριώσουν το γένος και από την άλλη υποκλίνεται, όπως ο γνήσιος ραγιάς, όταν προσαράζουν σταλμένοι από τη γείτονα χώρα με πολυτελή γιοτ και συμβάλλουν τα μέγιστα στην τουριστική και οικονομική ανόρθωση του τόπου.

Τα ρακόμελα διαδέχονται τις μπύρες και τα σοφτ ντρινγκς, το μυαλό χαλαρώνει, οι αντιστάσεις κάμπτονται, τα ήθη αποχαλινώνονται, τα πάθη πάλι εξαγριώνονται. Ο λόγος προκαλεί πια ανοικτά τον αντίλογο. Ένα τραπέζι διαλόγου μιας φιλικής συντροφιάς μετατρέπεται σε τραπέζι πινκ-πόνγκ. Οι «σκληροπυρηνικοί» της μιας άποψης με τους πιο μετριοπαθείς. Ευτυχώς που δεν βρέθηκαν κάτω από την ίδια στέγη οι «σκληροπυρηνικοί» της αντίθετης άποψης, αλλιώς το πινκ-πονκ θα παραχωρούσε τη θέση του στην πυγμαχία. Όσα τελευταία διαδίδονται έχουν επηρεάσει ακόμη και αυτούς που συμπλέουν στο «βοηθάμε όσο μπορούμε». Τα τοπικά μέσα κάνουν λόγο για εκτροχιασμό της κατάστασης. Μεταξύ των κατατρεγμένων που απολαμβάνουν ελευθερία κινήσεων έξω από τον οριοθετημένο χώρο που τους έχει παραχωρηθεί, είναι και αρκετοί που εμφανίζουν παραβατική συμπεριφορά. Λέγεται πως η τοπική κοινωνία στενάζει. Υπάρχουν μαρτυρίες για κλοπές σε σπίτια μέρα-μεσημέρι. Παιδιά που βρέθηκαν χωρίς γονείς επαιτούν στους δρόμους. Κάτι ακούστηκε για βιασμούς. Μέσα, έξω, κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά. Η αλήθεια κονταροχτυπιέται με τη διαστρέβλωση της. Στις καρδιές η συμπόνια παραμερίζει για να περάσει ο φόβος. Το στόμα γίνεται κρατήρας ηφαιστείου και ξερνάει τη χολή που σιγόβραζε ως τα χθες. Το μίσος βρίσκει πρόσφορο έδαφος και θρέφει το σπόρο που θα τρανέψει τα άνθη του κακού. Η τοπική κοινωνία είναι διχασμένη, ολόκληρο το έθνος είναι διχασμένο, στα μεγάλα γεγονότα πάντα ήταν.

«Είναι διαδόσεις, όπως το είπες. Τίποτα δεν αποδεικνύεται. Τα τοπικά μέσα παραχωρούν βήμα σε ακραίους που διαδίδουν ψέματα» λέει ένας από τους υποστηρικτές και ενεργό μέλος των εθελοντών της τοπικής ανθρωπιστικής οργάνωσης. «Η φτώχεια είναι κακός σύμβουλος» απαντά προβληματισμένος κάποιος άλλος. «Όλα τους τα παρέχουν. Δεν πεινούν. Έχουν ελευθερία κινήσεων» μεσολαβεί ένας τρίτος. «Μαύρη ελευθερία. Ζουν σε άθλιες συνθήκες, νιώθουν εγκαταλειμμένοι στην τύχη τους. Θέλουν να φύγουν και δεν μπορούν. Είναι εγκλωβισμένοι, τώρα σε φέρανε; Ή μπας και σου θόλωσε το μυαλό η προπαγάνδα;» αντιτείνει ένας ακόμη από τους ένθερμους υποστηρικτές. «Σε μένα μιλάς. Μην το ξεχνάς. Έχω βοηθήσει κι εγώ. Αλλά…» «Αλλά… τι; Δεν το βλέπετε πως πετυχαίνει σιγά-σιγά το σχέδιο τους; Πιάνουν τόπο οι διαβολές για να στραφεί η κοινή γνώμη ενάντια τους. Αν εσύ που τους στήριξες αμφιβάλλεις, φαντάσου ο κοσμάκης που από την αρχή “νίπτει τας χείρας του”». «Τι θέλεις να σου κάνει ο άλλος που έχει ένα μαγαζί και το βλέπει να πηγαίνει για φούντο γιατί στηρίζεται στον τουρισμό και από πέρσι που έφταναν οι καραβιές, δεν πατάει ψυχή;» «Να κοιτάξει τους ανθρώπους και όχι μόνο την πάρτη του». «Το λες γιατί δεν έχεις οικογένεια να θρέψεις. Για ρώτα και τον άλλο». «Και σε ρωτώ, πιστεύεις όσα λέγονται;» «Δεν τα πιστεύω αλλά είμαι επιφυλακτικός. Είναι ψέματα πως ανάμεσα τους έχουν παρεισφρήσει κακοποιά στοιχεία; Εδώ, μωρέ, μιλάνε πως είμαστε πέρασμα γι αυτούς που δρουν στην τρομοκρατία». «Ο ανθρωπισμός θέλει ανθρώπους με ανοιχτή καρδιά και ανοιχτό μυαλό. Όχι επιφυλακτικούς. Ο επιφυλακτικός εύκολα χειραγωγείται». «Άσε τις γενικεύσεις και τα αποφθέγματα. Εδώ η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Τι θα γίνει αν μείνουν; Πόσο θα αντέξουν στις σκηνές;» «Αυτό υποστηρίζουν και οι ακραίοι. Ότι θα ξεχυθούν μια μέρα σαν αγέλες και δεν θα αφήσουν τίποτα όρθιο. Όμως δεν θα το κάνουν, παρά μόνο όταν νιώσουν ότι απειλούνται. Αντίθετα με τις φήμες που κυκλοφορούν, οι απρόκλητες επιθέσεις εναντίον προσφύγων είναι γεγονός. Οι υπαίτιοι παραπέμφθηκαν σε δίκη». «Μα δεν βλέπεις πως και οι ίδιοι δεν αντέχουν; Ό,τι και να τους προσφέρεις, μια μέρα δεν θα είναι αρκετό. Οι πιο πολλοί επιζητούν τη φυγή, και μη βρίσκοντας τρόπο διαφυγής, κανείς δεν ξέρει που μπορεί να φτάσουν». «Αν δώσεις ασφάλεια σε αυτούς και τα παιδιά τους, μια μέρα θα ενσωματωθούν». «Σε τι δουλειές θα απασχοληθούν; Εδώ η ανεργία έχει απλώσει σαν την αράχνη παντού τον ιστό της. Όσοι διαφωνούν με την παραμονή τους, εκεί πατάνε. Ως πότε, σου λέει, θα στέλνει χρήματα η Ευρώπη;» «Αυτό που δουλεύει σαν την αράχνη είναι το μίσος και όπως βλέπω υφαίνει καλά τον ιστό του».

Το πινγκ-πονγκ εξακολούθησε στον ίδιο ρυθμό. Σηκώθηκα να βγω έξω. Κάτι με έσπρωχνε να προλάβω να απολαύσω την ψυχράδα της απριλιάτικης βραδιάς, προτού μπουν οι πρώτες μαγιάτικες νύχτες. Ήθελα να περπατήσω την παραλία τώρα που ξεθύμανε μετά την Ανάσταση η κάψα των μπουρλοτιέρηδων και δεν σε ξεκουφαίνουν όπου σταθείς κι όπου βρεθείς. Έκλεισα πίσω μου την πόρτα του καφέ και ήταν σαν να μπήκα σε ησυχαστήριο, αφήνοντας τις ομιλίες να διαξιφίζονται και να συναγωνίζονται σε ένταση τη μουσική. Περπάτησα άκρη-άκρη στο λιμάνι, τόσο άκρη που μ’ ένα παραπάτημα μπορεί να βρεθείς μέσα στη θάλασσα. Οι στρογγυλές σαν υδρόγειο λάμπες των στύλων κατά μήκος της παραλίας καθρεπτίζονταν στο νερό, και ήταν λες και κατρακύλησαν απ’ τον ουρανό στη σειρά μια χούφτα ασημόσφαιρα φεγγάρια. Την είδα να περνάει από μπροστά μου σε μια απόσταση ικανή να διακρίνω πως ζωγράφισε ο καημός σε καμβά φιλντισένιο. Στο πρόσωπο της άγριες κορυφογραμμές. Στο σκούρο βλέμμα της δεξιά-αριστερά δυο σταυροί. Το σώμα της λεπτό, κάπως γερτό, σφικτά ζωσμένο στο μαύρο. Πιο μαύρα ακόμη τα μαλλιά έπεφταν λιτή μαντήλα στους ώμους. Προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει το μοναχικό περιπατητή, λες και η παραλία ήταν άδεια, λες και ο κόσμος άδειασε. Έχω να έλθω τρία χρόνια, μα τα νέα τα μαθαίνω. Πέρσι έθαψε νέο άντρα, λίγα χρόνια πριν το παιδί της από την ίδια αρρώστια. Κάθε μέρα γέρνει και πλένει δύο μνήματα. Χώρο δεν έχει για άλλον δικό της εκεί. Όταν έλθει η ώρα, θα βρει μια άκρη να πλαγιάσει παράμερα να τους κοιτάζει. Της έμεινε ένα κορίτσι και φοβάται. Ο κόσμος λέει… πάντα λέει, πως κάθε τόσο παίρνει το πρωινό λεωφορείο, φορτωμένη τσάντες με τρόφιμα αγορασμένα, κέικ και τυρόπιτα που φτιάχνει στο σπίτι, ρούχα του άντρα της τον πρώτο καιρό. Του αγοριού δεν τα δίνει, τα ‘χει για προσκεφάλι. Μια μέρα βροχερή μπήκε στον καταυλισμό. Η λάσπη μέχρι τον αστράγαλο. Τουρτούριζαν τα αδέσποτα παιδιά. Μπήκε στις σκηνές, μοίρασε τα ρούχα και τα τρόφιμα. Αμίλητη. Ξαναπήγε την επομένη. Μια μέρα που δεν πήγε, την περίμεναν. Δεν άργησε να έλθει και έφερε μαζί και το κορίτσι. Κοντοστάθηκε σε μια σκηνή με μια μάνα και τρία παιδιά. Ο άντρας της έμεινε να φυλάει τα ερείπια του σπιτιού. Δεν χρειάστηκε τάφος. Εκεί τα σπίτια είναι οι τάφοι. Σπασμένες κολώνες και πέτρες στολίζουν το σώμα του νεκρού, το σκεπάζουν καλά να μην το φάνε τα σκυλιά. Τα αδέσποτα παιδιά μαθαίνουν το «γύρω – γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης… κι όλοι κάθονται στη γη». «Εγώ μέσα στη γη έχω τον αδελφό μου», λέει το κορίτσι. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν αλλά ξέρουν. Έπιασε να μαγειρεύει μαζί με τις γυναίκες μέσα σε μεγάλα χαρανιά. Τους τα είχαν φέρει οι εθελόντριες. Τα κομμένα λαχανικά ανακατεμένα με σπασμένες κουβέντες και άγνωστους ήχους λέξεων κόχλαζαν τραγουδιστά μέσα στο βραστό νερό. Αυτή ήταν η κοινή τους γλώσσα. Χαμογελούσαν η μια στη άλλη και αντάλλασσαν ακαταλαβίστικες συνταγές. Τότε άνθιζαν στα χείλη της ανάμεσα στις άγονες γραμμές του προσώπου της μια σειρά λευκοί κρίνοι.

Επέστρεφε το απόγευμα στο σπίτι λυτρωμένη. Άφηνε το κορίτσι στη γιαγιά του και τράβαγε να πει τα νέα και στους άλλους που περίμεναν πάντα ακίνητοι. Το πρωί την πρόσμεναν αυτοί που γλίτωσαν το θάνατο και το βράδυ αυτοί που αντάμωσαν μαζί του. Προτιμούσε εκείνο το τραγούδισμα του βραστού νερού στους καταυλισμούς ή τη σιωπή του κοιμητηρίου. Κουράστηκε να ακούει λόγια παρηγορητικά και συμβουλές από τους οικείους και απ’ αυτούς που προσποιούνταν ότι είναι. «Να κοιτάξεις τον εαυτό σου και το παιδί σου και άμα περάσει ο καιρός να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου. Μια γυναίκα δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη». Κι όταν έμαθαν το καθημερινό της δρομολόγιο της ψιθύριζαν συνωμοτικά «δεν είναι και σωστό που πας εκεί. Τους πάνε φαΐ οι εθελοντές. Κρίμα είναι, δε λέω, αλλά αυτή ήτανε η μοίρα τους. Τι θέλουν να κάνουμε εμείς. Εδώ πεινούν οι δικοί μας». Και άλλοι πιο συμπονετικοί «έχουν και καλόχουν. Τα λεφτά τους μια φορά τα έσωσαν. Με πανάκριβα κινητά είπαν πως ήλθαν. Και τώρα που ξώμειναν εδώ, ζητούν από τον κόσμο να τους δώσει. Κλέβουν. Δεν τολμάει ο άλλος να βγει από το σπίτι του. Ας τους κάνουν καλά οι οργανώσεις που τους θέλουν. Να τους πάρουν στα σπίτια τους. Γύρευε εσύ τη δουλειά σου». Μιλούσαν σα να φτύνουν. Και ήταν οι γνώριμες λέξεις που την έκαναν να νιώθει πως βουλιάζει πιο βαθιά κι από τα λασπόνερα των καταυλισμών. Με τον καιρό τους απέφευγε, όπως αποφεύγει κανείς τα χωράφια με τα φίδια κατακαλόκαιρο.

Η ζωή της απέκτησε νόημα. Η ζωή πάντα έχει νόημα εκεί που η απελπισία σμίγει με τη βροχή και χτυπά με δύναμη στις τσίγκινες στέγες μιας παραγκούπολης και στα αντίσκηνα της προσφυγιάς. «Αν φύγετε, πως θα γινόταν να έλθω μαζί σας. Κι εγώ ξεριζωμένη είμαι. Ο θάνατος μου ξερίζωσε δυο φορές την καρδιά». Και όταν το είπε, από το καλυμμένο πρόσωπο της άλλης γυναίκας φτερούγισαν δυο μουσκεμένα βλέφαρα. «Μια ωραία πεταλούδα…» Τα παιδιά κοιτούσαν το κορίτσι πάντα με απορία. Δεν είχαν δει πεταλούδα ούτε ωραία, ούτε άσχημη. «Πάει η πεταλούδα στα καμένα, μαμά;» «Στα καμένα… ποια καμένα»; «Στα καμένα λουλούδια».

Οι πεταλούδες δεν πάνε εκεί που οι άνθρωποι κυνηγημένοι άφησαν το σώμα του φίλου, του γείτονα, του αδελφού λίπασμα στο χώμα χαμένων πατρίδων. Οι πεταλούδες πάνε εκεί που το μπράτσο ενός άλλου φίλου, γείτονα, αδελφού γίνεται ανάχωμα στο φόβο του θανάτου.

«Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ τους νοικιάζει τα διαμερίσματα, τρία μηνιάτικα μπροστά και εγγυήσεις. Αλλιώς πως ο άλλος να δώσει το σπίτι του. Άμα το ‘χεις άδειο, συμφέρει. Τι με κοιτάς, τζάμπα θα τους το έδιναν;» «Το κράτος είναι χρεοκοπημένο. Μα και αλλιώς να ήταν, πάλι δεν μπορεί η χώρα μόνη της να σηκώσει το βάρος». «Η Ευρώπη έκλεισε τα σύνορα και εγκλωβίστηκαν εδώ. Το λιγότερο που είχε να κάνει… «Η Τουρκία κινεί τα νήματα στο προσφυγικό. Έτσι και αποφασίσει να διώξει και άλλους εδώ, τότε να σε δω…» «Το λιγότερο που είχε να κάνει είναι να βρει χώρους να μείνουν οι άνθρωποι αξιοπρεπώς. Για μερικούς μήνες…» «Και μετά τι; Θα ανοίξουν τα σύνορα και θα τους καλωσορίσουν; Όσοι ήλθαν, χώνεψε το, θα μείνουν εδώ. Αντί να παίρνουν προσωρινά μέτρα, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να αναζητήσουν μια μόνιμη λύση». «Εδώ ακόμη δεν έχουν ξεχωρίσει πόσοι είναι οι πρόσφυγες και πόσοι οι μετανάστες, και εσύ τώρα λες για μόνιμες λύσεις…» «Και το χειρότερο, αφήνουν ανενόχλητους τους Τούρκους λαθρέμπορους να σπέρνουν το βυθό με κουφάρια».

Η πόρτα του καφέ άνοιξε απότομα πίσω μου. Μόλις που ξαναμπήκα και έψαχνα που να καθίσω. «Τα μάθατε; Έγιναν πάλι επεισόδια στον καταυλισμό», είπε αυτός που μπήκε. «Από τις 11 η ώρα είπαν πως ξεκίνησαν και τώρα γίνεται ο κακός χαμός». «Πως έγινε;» «Τι πως έγινε; Όπως γίνεται συνήθως. Ή κάποιοι ακραίοι τους επιτέθηκαν ή μεταξύ τους σκοτώνονται». «Το πρώτο. Πέταξαν πέτρες βροχή πάνω στις σκηνές. Στην αρχή πρόσφυγες και μετανάστες έφτιαξαν μια ανθρώπινη αλυσίδα. Μετά, δεν ξέρω πως, η ένταση επεκτάθηκε μέσα στον καταυλισμό». «Υπήρξαν τραυματίες;» «Νομίζω αρκετοί. Μια γυναίκα χτύπησε πιο σοβαρά στο κεφάλι και πιο ελαφρά το ένα από τα τρία παιδιά της. Τους πάνε στο νοσοκομείο». «Αυτοί ήθελαν θύματα!». «Είδες που σου τα ΄λεγα; Από δω και στο εξής αυτά θα γίνονται». «Οι ακραίοι δεν εκφράζουν το σύνολο της κοινωνίας». «Όχι, αλλά τα κρούσματα ολοένα και πληθαίνουν». «Τους ξέρουν ποιοι είναι;» «Τους ξέρουν… βέβαια τους ξέρουν, αλλά χαίρουν της προστασίας του ντόπιου βουλευτή…»

Ξημέρωσε μια θαμπή μέρα. Τα σύννεφα βαρύθυμα πύκνωναν και ο ήλιος δειλός βαριέστησε να ξεμυτίσει. Μπήκε ξημερώματα στον καταυλισμό. Στα πέλματα των παπουτσιών της έτριζαν θρυμματισμένα γυαλιά. Πρόσφυγες και εθελοντές μάζευαν τριγύρω μισοκαμμένα καδρόνια, σπασμένα μπουκάλια, γκαζάκια, ξηλωμένα σύρματα από την περίφραξη και πέτρες, πέτρες κομμένες ακανόνιστα ανάκατες με χώματα, σαν αυτές των ερειπίων. Τράβηξε τη σχισμένη πόρτα της σκηνής. Τα δυο αγόρια κάθονταν μέσα ζαρωμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Μόλις είδαν τη γυναίκα, το βλέμμα τους κρεμάστηκε απ’ τον κόρφο της. Που είναι σήμερα το κορίτσι για να παίξουμε; Κι αμέσως άρχισαν την παντομίμα. «Κι όλοι μπαίνουν μες τη γη… η μάνα τούτη τη φορά για ή αδελφή»;

Αμέντα Μαρία

 

 

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος