Έχεις ακούσει την φωτιά; – Δισακιά Μαριαλένα

φωτιά

Έχω οργή, θλίψη, πένθος. Για όλους και για όλα, μια σταλιά τόπος, λίγα λεπτά, τόσες ταφόπλακες στο στήθος μου. Ανασαίνω και σκέφτομαι στον αέρα αυτόν , στις στάχτες αυτές, υπάρχουν αποκαΐδια παιδιών, γερόντων, γονιών, ζώων, που σε μια στιγμή γίναν στάχτη. Το έζησα, πριν χρόνια, πολλά, μα το θυμάμαι ακόμα. Ήμουν παιδί, και έκλαιγα φωνάζοντας δεν θέλω να ανασάνω. Έχεις ακούσει την φωτιά; Ένα μακρόσυρτο βουητό έχει, σαν τέρας που σε πλησιάζει και εσύ δεν έχεις που να πας. Σε πνίγει. Σε τυφλώνει. Μόνο την ακούς, πίσω σου, μια ανάσα από σένα, μια μικρή ανάσα που δεν ξέρεις αν θα μπορέσεις να έχεις την επόμενη. Τρέχεις, χωρίς να ξέρεις αν θα προλάβεις στην επόμενη στροφή, η θα την δεις και πάλι μπροστά σου να βρυχάται. Λιώνουν τα παπούτσια σου στο δρόμο, και τα μαλλιά σου καψαλίζονται. Το μόνο που θες είναι να ξεφύγεις. Να πας κάπου και να είσαι ασφαλής, εσύ, το παιδί σου, ο γονιός σου, ο φίλος σου, το γατάκι σου, ο σκύλος.  Βλέπω φωτογραφίες στα σοσιαλ. Σχόλια του τύπου «Θεέ μου τόσο κακό». Ναι τόσο κακό. Ποτέ δεν ξέρεις αν ο επόμενος θα είσαι εσύ η οικογένεια σου, ο φίλος σου, ο γνωστός, ο γείτονας. Φεύγοντας δεν παίρνεις τίποτε μαζί σου. Όλα μένουν πίσω, σε ένα σπίτι που μπορεί να μην ξαναδείς, αν είσαι τυχερός, γιατί μπορεί να μην ζεις για να γυρίσεις πίσω, να δεις τα αποκαΐδια του.

Το ζήσανε, πενθούν αυτοί που το ζήσανε. Αύριο, μετά από μια βδομάδα, ένα μήνα, εσύ, και εγώ θα κάνουμε διακοπές, θα πίνουμε τον καφέ μας σε χαλαρά καφέ, αλλά αυτοί που το έζησαν θα ανάβουν καντήλια στους νεκρούς τους. Εθνικό πένθος τριών ημερών. Τελείωσε. Εγώ όμως ακόμα κλαίω, προσπαθώ να ξορκίσω με λέξεις το μαύρο, μα αυτό γίνεται όλο και πιο σκούρο. Πόσο ακόμα σκούρο να γίνει Θεέ μου; Ο χρόνος, να περάσει ο χρόνος λες, και ξανά λες, μα πως να ανοίξει μάνα μου το μαύρο; Ποτέ, τι ποτέ; πες το σε εκείνους που φύγαν, μπορείς; Το τέρας που δολοφόνησε, είναι γνωστό, φωτιά. Δεν έχει αφεντικά, δεν έχει ταυτότητα, δεν λογαριάζει, δεν υποχωρεί.  Πως γίναμε έτσι ; Γιατί γίναμε έτσι; Ρωτάω , μα δεν περιμένω απάντηση, ξέρω, ο κουρνιαχτός αυτός ήταν. Κανένας σεβασμός τελικά στον πόνο και τον θρήνο. Πέσαν τα φταις, φταίνε, δεν κάναν σωστή δουλειά, δεν ήταν νόμιμα τα σπίτια τους, δεν ενημέρωσαν, δεν… δεν… ΔΕΝ ΖΟΥΝ!  Τι δεν έχεις καταλάβει, φωνάζει η φωνή μέσα στο κεφάλι μου, και τα δάκρυα δεν σταματούν να τρέχουν. Δεν μπορώ να γράψω. Πως μπορούν και γράφουν για καμένα παιδιά; Αν λέω, αν το ένα από αυτά ήταν δικό σου, θα πόσταρες την φωτογραφία του, λέγοντας «τι πόνος;» «Τι κρίμα;». Αλλά ναι, έχεις δίκιο δεν είναι το δικό σου, το δικό μου, αυτά ακόμα είναι εδώ, παίζουν με την θάλασσα, με τις κούκλες και τα αυτοκινητάκια τους. Δεν είναι ο πατέρας μου, αυτός έφυγε ήρεμα. Δεν είναι η μάνα μου, ναι αυτή ζει στο σπίτι της και είναι καλά. Είναι όμως η ψυχή ρε φίλε , αυτή αν και καμένη αιμορραγεί.  Αυτό είναι ένα άλλο τέρας που φοβάμαι πιο πολύ, αυτό της απανθρωπιάς. Τηλεδικαστήρια, κανιβαλισμός των νεκρών, το γεγονός από μόνο του είναι τραγικό. Στο Μάτι του (κυκλώνα) 87+ ταφόπλακες ήρθαν στο στήθος και δεν μπορώ να ανασάνω.  Άδικα και βίαια χάθηκαν τόσες ψυχές. Χάθηκαν, δεν γίνανε άγγελοι, δεν πήγαν σε δροσερούς παραδείσους, δεν φύγαν ήρεμα, μα παλεύοντας για μια και μόνη ακόμα ανάσα. Κλαίω ζητώντας συγνώμη, σε όλους, μα δεν με ακούν. Όμως κλαίω και από ευγνωμοσύνη, για τα παιδιά που σηκώθηκαν από τις ξαπλώστρες και πήγαν εθελοντές να βοηθήσουν, για τους πυροσβέστες που κάηκαν για να σβήσουν τις φλόγες και να σώσουν ψυχές, για τους ψαράδες που δεν άκουσαν τις εντολές και πήγαν να σώσουν κόσμο, γι όλους αυτούς τους ανώνυμους που πρόσφεραν το χέρι της αλληλεγγύης στον συνάνθρωπο.

 

 

Μαριαλένα Δισακιά

 

 

 

 

Θέλω να φύγω πια από δω…

 

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,

σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,

θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,

απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε

έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,

ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,

ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,

στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,

στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,

στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη

χαρά και ικανοποίηση να μένει,

κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,

όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

 

Κώστα Γ. Καρυωτάκη

 

 

 

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος